Ο εποικισμός ως όχημα του Ισλάμ - το παράδειγμα της Κύπρου

Του Μάριου Πουλλάδου

ΕΝΙΟΤΕ ΟΙ ΤΟΥΡΚΟΙ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΟΥΣΑΝ ΤΟΥΣ ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΟΥΣ ΩΣ ΕΡΓΑΛΕΙΟ ΠΡΟΣ ΕΠΙΤΕΥΞΗ ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΩΝ

Απόγονοι του κατακτητικού οθωμανικού στρατού, των εποίκων από την Ανατολία, καθώς και των Ελλήνων και άλλων χριστιανών που προσηλυτίστηκαν στο Ισλάμ, οι σημερινοί Τ/κ

«Ακόμα και αν δεν υπήρχε ούτε ένας μουσουλμάνος Τούρκος εκεί (στην Κύπρο), η Τουρκία όφειλε να διατηρεί ανοικτό ένα κυπριακό ζήτημα», έγραψε Νταβούτογλου

«Ο εθνικισμός ήταν αυτός που δημιούργησε αυτή την κατάσταση. Οι Τ/κ δεν υπήρξαν ποτέ φονταμενταλιστές», δήλωσε ο Ακιντζί

«Οι βίαιες μετακινήσεις πληθυσμού ήταν ένα σημαντικό μέρος της οθωμανικής κοινωνικής και οικονομικής πολιτικής», δήλωσε ο ερευνητής Jennings

Στην πρόσφατη συνέντευξή του στην «Wall Street Journal», o κατοχικός ηγέτης Μουσταφά Ακιντζί, κληθείς να σχολιάσει κατά πόσον είναι αναγκαία η επίτευξη λύσης στο Κυπριακό προκειμένου να αποτραπεί μια ενδεχόμενη έξαρση του ισλαμικού φονταμενταλισμού, δήλωσε πως κάτι τέτοιο δεν συνδέεται με την Κύπρο.

«Ο εθνικισμός ήταν αυτός που δημιούργησε αυτή την κατάσταση. Οι Τ/κ δεν υπήρξαν ποτέ φονταμενταλιστές», είπε προσθέτοντας: «Εντάξει, είναι μουσουλμάνοι, αλλά είναι η μαλακή πλευρά της μουσουλμανικής θρησκείας.

Το τζαμί δεν είναι τόσο ισχυρό όσο η χριστιανική ορθόδοξη εκκλησία στην άλλη πλευρά». Η τοποθέτηση αυτή του κ. Ακιντζί περιέχει μια δόση αλήθειας, εντούτοις για να κατανοήσει κανείς τη δυναμική εξάπλωσης και λειτουργίας του Ισλάμ, οφείλει να λάβει υπ' όψιν τις ιστορικές καταβολές της εν λόγω θρησκείας στην Κύπρο και τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιήθηκε προς εξυπηρέτηση των οθωμανικών γεωπολιτικών επιδιώξεων.

Το ιστορικό υπόβαθρο

To Ισλάμ στην Κύπρο ανατρέχει σε μια ιστορία σχεδόν 1.400 χρόνων, από τη στιγμή δηλαδή που πρωτοεμφανίστηκε η συγκεκριμένη θρησκεία. Οι επιδρομές των πρώτων Αράβων μουσουλμάνων στο νησί τον 7ο αιώνα, επέτρεψαν αναπόφευκτα τη δημιουργία διάφορων θρύλων που σχετίζονται με την παρουσία σημαντικών μουσουλμάνων στο νησί.

Μερικά χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι το Χαλά Σουλτάν Τεκκέ στη Λάρνακα, που συνδέεται με την Ουμ Χαράμ, η οποία, σύμφωνα με την ισλαμική παράδοση, αποτελούσε μια γυναίκα ακόλουθο του Προφήτη Μωάμεθ, και το Hazrat-i Οmer, το σημείο τόπο ταφής των «Επτά Μαρτύρων».

Ωστόσο, η πληθυσμιακή εξάπλωση του μουσουλμανικού στοιχείου στην Κύπρο άρχισε να αναπτύσσεται μόνο εννέα αιώνες αργότερα, και συγκεκριμένα μετά την οθωμανική κατάκτηση (1571) όταν, στο πλαίσιο της πολιτικής εποικισμού από τον Σουλτάνο, στάλθηκαν στο νησί ένοπλες φρουρές προκειμένου να ισχυροποιήσουν την παρουσία τους στο νησί.

Ουσιαστικά, ο Σουλτάνος άφησε ένα μικρό σύνταγμα ιππικού μαζί με άλλους στρατιώτες και με αυτοκρατορική εντολή (φιρμάνι), επέτρεψε τη μεταφορά νησί 12.000 οικογενειών από τη Μικρά Ασία.

Σχεδιασμένος εποικισμός

Βάσει αξιόπιστων ερευνών από Τούρκους μελετητές, ο Ronald Jennings, στο έργο του «Χριστιανοί και Μουσουλμάνοι στην Οθωμανική Κύπρο και τη Μεσόγειο» (1993), κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο πραγματικός αριθμός των ατόμων που εξορίστηκαν στο νησί ήταν πολύ χαμηλότερος από τις 12.000 οικογένειες που ήταν προγραμματισμένες να μεταφερθούν αρχικά.

Η σύνθεση των νεοφερμένων ποικίλλει από την άποψη της θρησκείας και της εθνοτικής προέλευσης και περιλάμβανε τόσο μουσουλμάνους όσο και χριστιανούς.

Το 1581 ο αριθμός των οικογενειών που εγκαταστάθηκαν νησί έφτανε περίπου τις 8.000. Ορισμένοι από τους έποικους μετανάστευσαν από τη Μερσίνα, την Αττάλεια, την Υοσγάτη, το Καντιρλί (την αρχαία Φλαβιόπολη), την Αττάλεια, το Χαλέπι και τις γύρω περιοχές.

Από το Χαλέπι συγκεκριμένα, μεταφέρθηκαν περίπου 200 οικογένειες. Προκειμένου να αυξηθεί ο αριθμός των εποίκων, η οθωμανική κυβέρνηση αποφάσισε να μεταφέρει και νομαδικές φυλές της κεντρικής Ανατολίας.

Το δεύτερο κύμα

Με διαταγή που εκδόθηκε το 1669, αποφασίστηκε ότι νομαδικές φυλές θα έπρεπε να μετακινηθούν στην Κύπρο. Αυτό ξεκίνησε το δεύτερο κύμα της μαζικής μετανάστευσης στο νησί μας.

Ως αποτέλεσμα, οι νομαδικές αυτές φυλές άρχισαν μια εξέγερση που διήρκεσε μέχρι το έτος 1856. Την εποχή αυτή, 2.500 οικογένειες από τις φυλές Begdili, Bayat, Avsar, Kacar και Bozdogan εξορίστηκαν στην Κύπρο.

Σε αυτό το δεύτερο κύμα συμπεριλαμβάνονταν και 50.000 Τουρκομάνοι, τους οποίους σήμερα η Τουρκία χρησιμοποιεί στη Συρία προκειμένου να προωθήσει τα γεωπολιτικά της συμφέροντα, με παρόμοιο τρόπο που έπραξε στην Κύπρο κατά το πρόσφατο παρελθόν.

Από το 1777 μέχρι το 1792, το ποσοστό των Τούρκων στην Κύπρο ανήλθε στο 55%, ενώ μέχρι το 1841 μειώθηκε στο 27%. Πιστεύεται ότι η αιτία αυτής της μείωσης ήταν και ο ρωσοτουρκικός πόλεμος του δέκατου ένατου αιώνα, αφού πολλοί Τούρκοι άνδρες που αναγκάστηκαν να φύγουν από την Κύπρο για να πάνε στον πόλεμο, δεν επέστρεψαν ποτέ.

Περιθωριοποίηση χριστιανών

Αξίζει να σημειωθεί ότι την οθωμανική περίοδο, οι Μουσουλμάνοι, οι οποίοι ανήκαν κατά κύριο λόγο στον στρατό και τις νέες άρχουσες τάξεις, εγκαταστάθηκαν κατά μεγάλους αριθμούς στις πόλεις και τα διοικητικά κέντρα, ενώ οι αυτόχθονες Έλληνες και οι υπόλοιποι χριστιανικοί πληθυσμοί αναγκάστηκαν σε πολλές περιπτώσεις να διαφύγουν στην εξοχή.

Στην Αμμόχωστο, παραδείγματος χάριν, «λόγοι ασφαλείας» κατέστησαν αναγκαία την απαγόρευση της διανυκτέρευσης όλων των μη-μουσουλμάνων στην εντός των τειχών πόλη. Με το πέρασμα του χρόνου, ωστόσο, η οθωμανική τουρκική κοινότητα βρέθηκε διασκορπισμένη σε όλο το νησί, ενώ οι Τουρκοκύπριοι ζούσαν σε εθνοτικά μεικτές κοινότητες στις πόλεις και στις αγροτικές περιοχές.

Δημογραφικό έγκλημα

Κατά τη διάρκεια των τριών αιώνων της Τουρκοκρατίας υπήρξε συνεχής δημογραφική αλλαγή που προκλήθηκε από μεταναστεύσεις, πανούκλα, πείνα και από τον τρόπο διακυβέρνησης του νησιού από ορισμένους διοικητές.

«Οι βίαιες μετακινήσεις πληθυσμού ήταν ένα σημαντικό μέρος της οθωμανικής κοινωνικής και οικονομικής πολιτικής, ιδίως από τον καιρό του Μωάμεθ του Πορθητή. (...)

Η πολιτική της εξορίας στην Κύπρο, τότε, αποτελούσε ακριβώς μιαν άλλη πτυχή τέτοιων πληθυσμιακών πολιτικών», αναφέρει ο Jennings. Ιστορικές αφηγήσεις, συμπεριλαμβανομένων των οθωμανικών πηγών, δείχνουν ότι η σημερινή τουρκοκυπριακή κοινότητα έχει εξελιχθεί από δύο κατηγορίες:

τους απόγονους του κατακτητικού οθωμανικού στρατού και των εποίκων από την Ανατολία, καθώς και από Έλληνες και άλλους χριστιανούς που προσηλυτίστηκαν στο Ισλάμ.

Οι Λινοβάμβακοι

Τη συγκεκριμένη περίοδο, παρατηρήθηκε μάλιστα το φαινόμενο μαζικών αλλά και ατομικών θρησκευτικών μετατροπών των χριστιανών σε μουσουλμάνους, γεγονός που αύξησε τον αριθμό των δεύτερων.

Στο πρόσφατο παρελθόν υπήρξε, ως γνωστόν, μια μικρή πληθυσμιακή ομάδα κρυπτοχριστιανών, οι επονομαζόμενοι Λινοβάμβακοι, οι οποίοι δημόσια δήλωναν μουσουλμάνοι, ενώ διατηρούσαν να τελούν τη χριστιανή πίστη στα κρυφά.

Οι εφημερίδες κατά τις πρώτες δεκαετίες της βρετανικής κυριαρχίας κατέγραφαν περιπτώσεις επιστροφής των Λινοβαμβάκων στον χριστιανισμό. Η ορθόδοξη Εκκλησία της Κύπρου, ωστόσο, επιχείρησε μερικές φορές να πετύχει τη μεταστροφή αυτή μέσω καταναγκασμού, και συγκεκριμένα μέσω της απαγόρευσής τους από χριστιανικές θρησκευτικές τελετές, εκτός αν επισήμως ασπάζονταν τον χριστιανισμό.

Οι ενέργειες αυτές επέφεραν τα αντίθετα αποτελέσματα, δημιουργώντας ένα αίσθημα αποξένωσης και κατ’ επέκταση εδραίωσης της προσήλωσής τους στο Ισλάμ. Η ύπαρξη των Λινοβαμβάκων στην Κύπρο συνεχίστηκε περίπου μέχρι και τη δεκαετία του 1950-1960.

Η Σαρία στην Κύπρο

Μετά την οθωμανική κατάκτηση της Κύπρου από τους Βενετούς, το νησί μετατράπηκε ουσιαστικά σε επαρχία του ισλαμικού κράτους στο οποίο επικράτησε ο Ισλαμικός Νόμος (Σαρία).

Στο πλαίσιο του οθωμανικού συστήματος τοπικής αυτοδιοίκησης, μιλλιέτ, μετά και την εκδίωξη των Καθολικών από το νησί, προέκυψε μια ιδιαίτερη κατανομή των αρμοδιοτήτων, που οδήγησε σε ισχυρή συμμετοχή της ορθόδοξης Εκκλησίας στην οθωμανική διοίκηση.

Με τη μυστική συμφωνία μετάβασης της διοίκησης του νησιού από τους Οθωμανούς στους Βρετανούς το 1878, η βρετανική διοίκηση άρχισε να εισαγάγει αλλαγές στα διάφορα ισλαμικά ιδρύματα, περιορίζοντας σε κάποιο βαθμό τις οθωμανικές επενδύσεις σε θρησκευτικά κέντρα.

Σύμφωνα με τις εκθέσεις απογραφής, από τα τέλη της οθωμανικής και της πρώιμης βρετανικής περιόδου, το ποσοστό του μουσουλμανικού πληθυσμού στο νησί ήταν περίπου είκοσι τοις εκατό.

Εργαλειοποίηση της θρησκείας

Στις βρετανικές αποικίες με μουσουλμανικό πληθυσμό, τα ισλαμικά ιδρύματα και ο ίδιος ο ισλαμικός νόμος απέκτησαν ένα ιδιόμορφο χαρακτήρα, ως αποτέλεσμα της εργαλειοποίησης της θρησκευτικής ταυτότητας και του εκάστοτε θρησκευτικού νόμου των «ιθαγενών».

Στη «βρετανική» Κύπρο, η Σαρία ήταν το εφαρμοστέο δίκαιο τόσο σε οικογενειακές όσο και ιδιωτικές υποθέσεις της μουσουλμανικής κοινότητας. Έτσι, ενώ στη νομοθεσία της νεο-ιδρυθείσας τότε Τουρκικής Δημοκρατίας ο νόμος απέκτησε έναν εκκοσμικευμένο χαρακτήρα, στα κυπριακά δικαστήρια η Σαρία και οι βασικές δομές του ισλαμικού οικογενειακού δίκαιου παρέμειναν σε ισχύ μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1950.

Τούρκοι ή Μουσουλμάνοι;

Το βασικό ερώτημα που υπήρχε τότε και σε μεγάλο βαθμό εξακολουθεί να παραμένει μέχρι σήμερα είναι η ακριβής ταυτότητα των Τουρκοκυπρίων, αφού κάποιοι τούς θεωρούν ως μια «μουσουλμανική κοινότητα» και όχι ως «Τούρκους πολίτες».

Σύμφωνα με τις επιστημονικές μελέτες των Heinrich και Stohmeir, η εξέλιξη αυτή αντανακλά την πολιτική διάσπαση στη μουσουλμανική κοινότητα και τις ιδιαιτερότητες του τουρκικού εθνικισμού στην Κύπρο.

«Σε γενικές γραμμές, ενώ η μια φατρία προπαγάνδιζε την τουρκική ταυτότητα και τη συγγένεια μεταξύ των Τούρκων της Κύπρου και της "Μητέρας Πατρίδας", η άλλη τόνιζε την ύπαρξη μιας μουσουλμανικής κοινότητας που παρέμεινε πιστή στη βρετανική κυβερνήση».

Η Συνθήκη της Λωζάννης

Το μελανό σημείο στη σύγχρονη ιστορία της Κύπρου και της πορείας των μουσουλμάνων Τούρκων στο νησί αποτελεί η μη εφαρμογή της Συνθήκης της Λωζάννης (1923).

Συγκεκριμένα, το άρθρο 21 προέβλεπε ρητά ότι οι Τούρκοι, οι οποίοι κατοικούσαν μέχρι τότε στην Κύπρο, όφειλαν, εντός δυο ετών, να αποβάλουν την τουρκική ιθαγένεια και να αποκτήσουν τη βρετανική. Σε κάθε άλλη περίπτωση όσοι αρνούνταν να το πράξουν, όφειλαν, βάσει της Συνθήκης, να αποχωρήσουν από το νησί και να επιστρέψουν στην Τουρκία.

Κάτι τέτοιο στην πραγματικότητα δεν εφαρμόστηκε ποτέ, με αποτέλεσμα οι μουσουλμάνοι-Τούρκοι να παραμείνουν στο νησί προς εξυπηρέτηση των μελλοντικών διχοτομικών σχεδίων Αγγλίας-Τουρκίας.

Το κόλπο Νταβούτογλου

Συμπερασματικά, ένα από τα βασικότερα προβλήματα του Κυπριακού είναι το θέμα των εποίκων, το οποίο, βάσει του Διεθνούς Δικαίου, αποτελεί έγκλημα πολέμου.

Το κατά πόσον αυτοί είναι μουσουλμάνοι ή Τούρκοι, δεν αποτελεί εμπόδιο για τα σχέδια της ισλαμικής Τουρκίας, αφού ο ίδιος ο αρχιτέκτονας της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής και οραματιστής της αναβίωσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, Αχμέτ Νταβούτογλου, στο έργο του «Στρατηγικό Βάθος» σημειώνει επί του θέματος:

«Ακόμα και αν δεν υπήρχε ούτε ένας μουσουλμάνος Τούρκος εκεί (στην Κύπρο), η Τουρκία όφειλε να διατηρεί ανοικτό ένα κυπριακό ζήτημα»! Επομένως, το Κυπριακό ποτέ δεν υπήρξε μόνο θέμα εθνικής διαμάχης μεταξύ των δύο κοινοτήτων, αλλά, με εργαλείο τη θρησκεία του Ισλάμ, η Τουρκία προσπαθεί ενίοτε να πετύχει τους στρατηγικούς της στόχους για κατάληψη και έλεγχο ολόκληρου του νησιού.

Μοιράσου στο Google Plus
Αν βρήκατε το άρθρο ενδιαφέρον, κάντε κλικ εδώ

Για γρήγορη και άμεση ενημέρωση ακολουθείστε μας στο Twitter και στο Google+.

loading...