Τα déjà vu του Τσίπρα και ο μονόδρομος της εφαρμογής του προγράμματος και των νέων μέτρων

Ερωτηματικό και πάλι το που το πάνε οι δανειστές…

Δύο χρόνια είναι στην εξουσία ο Αλέξης Τσίπρας και τα déjà vu που βιώνει δεν έχουν προηγούμενο.
Ο πρωθυπουργός (και μαζί του όλη η χώρα) μοιάζει να είναι διαρκώς αντιμέτωπος με τις ίδιες προκλήσεις, με τα ίδια ερωτηματικά.

Η διαπραγμάτευση για τη β’ αξιολόγηση είναι ανοιχτή ενώ είναι αμφίβολο αν θα κλείσει στην ώρα που επιθυμεί η κυβέρνηση.

Οι δανειστές – των οποίων οι θέσεις δεν ταυτίζονται βάζουν στο τραπέζι νέες απαιτήσεις για σκληρά μέτρα.

Νέες αυξήσεις φόρων έρχονται με το νέο έτος για ακόμα μια χρονιά.
Την ίδια στιγμή, διαφαίνεται ενδοκυβερνητική γκρίνια με τον πρωθυπουργό να επισημαίνει στους βουλευτές του ότι πρέπει να μείνουν ενωμένοι και δυνατοί, να σταθούν στο ύψος των περιστάσεων και να ψηφίσουν ότι απαιτηθεί από το κλείσιμο της τρέχουσας διαπραγμάτευσης μια και η χώρα βρίσκεται σε κρίσιμη καμπή καθώς απομένουν μόλις λίγα μέτρα πριν τελειώσει διετής μαραθώνιος και αρχίσει η χώρα να κινείται σε ένα σταθερό μονοπάτι που υπόσχεται ανάπτυξη και καλύτερες ημέρες.

Παράλληλα, οι Ευρωπαίοι και κυρίως το Βερολίνο, το οποίο και λαμβάνει τις αποφάσεις, εξακολουθεί να παραμένει δύσπιστο απέναντι στην Αθήνα και στην ελληνική κυβέρνηση για την ικανότητα της να φέρει εις πέρας και με αξιοπιστία το πρόγραμμα και τις δεσμεύσεις της.
Επιπλέον, οικονομικοί αναλυτές επισημαίνουν ολοένα και συχνότερα πως ίσως απαιτηθεί ένα ακόμα μνημόνιο.

Εξίσου ίδια με τα προηγούμενα χρόνια παραμένει και η κατάσταση στο εσωτερικό της χώρας.
Η κοινωνία πορεύεται απογοητευμένη και δυσαρεστημένη από τα κυβερνητικά πεπραγμένα, βουλιάζοντας ολοένα και περισσότερο στην απελπισία της και διαμηνύοντας με ξεκάθαρο τρόπο πως ο χρόνος της κυβέρνησης έχει επί της ουσίας τελειώσει την ώρα που αρχίζει να «γοητεύεται» (για άλλη μια φορά) από τις «σειρήνες» των πρόωρων εκλογών που θέτει μετ’επιτάσεως η αξιωματική αντιπολίτευση, η οποία και πάλι έχει επιλέξει να λιθοβολεί αδιαλείπτως.

Και όμως κάποια κομβικά ζητήματα έχουν αλλάξει σημαντικά τα τελευταία δύο χρόνια.
Όπως ότι η κυβέρνηση γνωρίζει πολύ καλά ότι δεν έχει άλλη επιλογή από το να εφαρμόσει το σχεδιασμό της που δεν είναι άλλος από την εφαρμογή της συμφωνίας του Ιουλίου του 2015.
Μια και αυτός ο σχεδιασμός προβλέπει υλοποίηση μέτρων και μεταρρυθμίσεων που με τη σειρά τους πέρα από τα αναγκαία χρήματα των δόσεων, φέρνουν πιο κοντά τη ρύθμιση του χρέους, την ένταξη στο πρόγραμμα της ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ, την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης και ενδεχομένως την άφιξη των επενδυτών και των καλύτερων ημερών για την οικονομία.
Μέσα από αυτό το σχέδιο προσδοκά η κυβέρνηση ότι θα έρθει η ανάκαμψη της οικονομίας, η οποία θα δώσει την ευκαιρία να αντιστρέψει το ολότελα αρνητικό εις βάρος της κλίμα.
Αλλά για να υλοποιηθεί αυτός ο σχεδιασμός ενδεχομένως να πρέπει να προηγηθούν πολλές παράμετροι.

Όπως η κυβέρνηση να υποχωρήσει εκ νέου σε ζητήματα που κάποτε θεωρούσε «σημαία» της, οι βουλευτές της κυβέρνησης μόνοι τους να τα υποστηρίξουν και τα ψηφίσουν και οι δανειστές, να βρουν μια κοινή στάση απέναντι στο ελληνικό ζήτημα που επιτέλους θα οδηγεί σε μια βιώσιμη και οριστική λύση του.

Εάν κάποια από αυτές τις παραμέτρους «στραβώσει», τότε η θέση της Ελλάδας θα είναι πραγματικά αδιέξοδη.

Αδιέξοδο, το οποίο ενδεχομένως να επιταχυνθεί και από τις πολιτικές εξελίξεις στην Ευρώπη, αρχής γενομένης με το δημοψήφισμα στην Ιταλία στις 4 Δεκεμβρίου και κατόπιν με τις εκλογές σε Ολλανδία, Γαλλία, Γερμανία.

Εάν μέσα σε αυτό το επικίνδυνα ρευστό ευρωπαϊκό πολιτικό τοπίο η Ελλάδα εξακολουθήσει να άγεται και να φέρεται, χωρίς να έχει στα χέρια της μια ουσιαστική προοπτική εξόδου από την κρίση, τότε είναι προφανές πως το διακύβευμα δεν θα είναι οι πολιτικές εξελίξεις και το ενδεχόμενο πρόωρων εκλογών αλλά ο κίνδυνος κοινωνικής έκρηξης.

Σπύρος Χριστόπουλος
bankingnews.gr
Μοιράσου στο Google Plus
Αν βρήκατε το άρθρο ενδιαφέρον, κάντε κλικ εδώ

Για γρήγορη και άμεση ενημέρωση ακολουθείστε μας στο Twitter και στο Google+.

loading...