Ασφυκτικές πιέσεις ΗΠΑ - Βρετανίας στο Κυπριακό

ΥΠΑΡΚΤΟΣ Ο ΚΙΝΔΥΝΟΣ ΑΤΛΑΝΤΙΚΗΣ- ΔΙΧΟΤΟΜΙΚΗΣ “ΛΥΣΗΣ”

ΤΟΥ ΑΡΗ ΘΑΛΑΣΣΙΝΟΥ

Παρά το αδιέξοδο των συνομιλιών Αναστασιάδη- Ακιντζί στο Μον Πελερέν της Ελβετίας, συνεχίζονται οι παρασκηνιακές πιέσεις ΗΠΑ και Βρετανίας για την επανάληψη των διακοινοτικών συνομιλιών “από το σημείο που σταμάτησαν” και την τελική επιβολή, στους Ελληνοκύπριους και τους Τουρκοκύπριους, μιας “λύσης” που θα μετατρέψει στο διηνικές τη χώρα τους σε διχασμένο, ατλαντικό “οικόπεδο”, και μάλιστα με τη βούλα του ΟΗΕ.

Σε αντίθεση με την τεχνητή “αισιοδοξία” που καλλιεργούνταν για τις διαβουλεύσεις Αναστασιάδη- Ακιντζί, ήταν εξ αρχής φανερό ότι τίποτα θετικό δεν μπορούσε να προκύψει από τις συνομιλίες των δύο ηγετών, οι οποίοι, παρότι τα γραφεία τους απέχουν μόλις ένα- δύο χιλιόμετρα, επέλεξαν να ταξιδέψουν στο μακρινό Μον Πελερέν για να εξασφαλισθεί ότι οι λαοί τους δεν θα μάθαιναν τίποτα για τις διαπραγματεύσεις που θα καθορίσουν το μέλλον τους. Κι αυτό γιατί βάση των διαπραγματεύσεων ήταν μια παραλλαγή, από μερικές απόψεις, επί τα χείρω, του σχεδίου Ανάν, που είχε ήδη απορριφθεί από τους Ελληνοκυπρίους και μετέτρεπε την Κύπρο σε διχοτομημένο ατλαντικό προτεκτοράτο, με δύο ξεχωριστά κράτη, εκμηδενίζοντας την κυριαρχία του κυπριακού λαού (Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων) με κάποιους διεθνείς δικαστές- γκαουλάιτερ να έχουν τον τελευταίο λόγο.

Επομένως, είναι ευτύχημα που η άρνηση του Ακιντζί (πιθανότατα, με πίεση του Ερντογάν) να συναινέσει σε στοιχειωδώς αποδεκτές λύσεις στο αλληλένδετο τρίγωνο προσφυγικού- περιουσιών- εδαφικού (οι τελικές προτάσεις του ούτε την επιστροφή της Μόρφου, που προέβλεπε ακόμη και το σχέδιο Ανάν δεν εξασφάλιζαν) τορπίλισε προσωρινά την προώθηση αυτής της εκτρωματικής λύσης.

Η Άγκυρα επικαλείται ως βασικό λόγο κατάρρευσης των συνομιλιών του Μον Πελερέν την επιμονή της ελληνικής κυβέρνησης να υπάρξει εκ των προτέρων συμφωνία για αποχώρηση των ξένων στρατευμάτων και κατάργηση των εγγυήσεων προκειμένου να πάρει μέρος στην πολυμερή διάσκεψη που προβλεπόταν για τα ζητήματα ασφαλείας. Στην Αθήνα και τη Λευκωσία, οι κύκλοι εκείνοι που ακολουθούν τη λογική “λύση νάναι κι ό,τι νάναι” αναπαράγουν τις κατηγορίες της Άγκυρας, ενοχοποιώντας κυρίως τον υπουργό Εξωτερικών Νίκο Κοτζιά, του οποίου ζητούν την παραίτηση. Αντίθετα, οι υπερπατριωτικοί κύκλοι τον επαινούν για τη στάση του, συμπεριλαμβανομένων των ρητορικών εκρήξεών του περί νέων “Θερμοπυλών” και των κατηγοριών που εκτόξευσε εναντίον όσων “δεν θέλουν λύση, αλλά παράδοση”. Πρόκειται για δύο παραλλαγές μιας αδιέξοδης στρατηγικής, που αναζητά τη λύση του Κυπριακού στο ασφυκτικό πλαίσιο της ευρωατλαντικής νομιμοφροσύνης.

Πρώτα απ' όλα, η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα (γιατί ο πρωθυπουργός έχει την τελική ευθύνη χάραξης της εξωτερικής πολιτικής και όχι ο Νίκος Κοτζιάς που τη διαχειρίζεται) ουδέποτε έθεσε ζήτημα αποχώρησης των βρετανικών βάσεων από την Κύπρο, που έχουν καθεστώς αποικιακού εδάφους. Εξαντλεί το ζήτημα στα τουρκικά και τα ελληνικά στρατεύματα, χωρίς να αποκλείει μάλιστα την αντικατάστασή τους από δύναμη του ΝΑΤΟ. Η γενικότερη πολιτική της, συνέχεια εκείνης των κυβερνήσεων Παπανδρέου και Σαμαρά, για συγκρότηση άξονα Ελλάδας- Κύπρου- Ισραήλ- Αιγύπτου του Σίσι, αφ' ενός μεν υποτάσσει απολύτως τη χώρα στους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς στη Μέση Ανατολή, αφ' ετέρου δε έχει ξεκάθαρα αντιτουρκική αιχμή, κάτι που ενισχύει όχι μόνο την καχυποψία του Ερντογάν, αλλά και τη δικαιολογημένη δυσφορία του τουρκικού λαού, ιδιαίτερα μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου, για το οποίο η μεγάλη πλειονότητα των απλών Τούρκων θεωρεί υπόλογες τις ΗΠΑ.

Υπάρχουν ισχυροί αστικοί κύκλοι στην Ελλάδα και την Κύπρο που λένε ότι, προκειμένου να προωθηθεί ένα Σχέδιο Ανάν Β, είναι καλύτερα να προχωρήσουμε στη διπλή ένωση (κάτι τέτοιο δήλωσε σαφώς και σύμβουλος του Ερντογάν μετά το αδιέξοδο του Μον Πελερέν). Στην πραγματικότητα, θα επρόκειτο για ολέθρια εξέλιξη και για τους Ελληνοκύπριους και για τους Τουρκοκύπριους και για τους λαούς της Ελλάδας και της Τουρκίας. Οι δύο χώρες θα είχαν ξαφνικά σύνορα σε απόσταση αναπνοής από την τουρκική ενδοχώρα, κάτι που, δεδομένης της γενικότερης αστάθειας στην Τουρκία, θα αποτελούσε διαρκή εστία έντασης και κίνητρο για ένα νέο γύρο εξοπλισμών. Το ελληνικό τμήμα της Κύπρου θα εντασσόταν στο ΝΑΤΟ, στο όνομα της εξασφάλισης της “εθνικής άμυνας” και φυσικά οι βρετανικές βάσεις θα παρέμεναν, έστω κι αν εξελίσσονταν σε ΝΑΤΟϊκές. Οι αντιιμπεριαλιστικές δυνάμεις στην Ελλάδα, την Τουρκία και την Κύπρο οφείλουν να μείνουν σταθερές στην επιδίωξη μιας δημοκρατικής λύσης, που θα εξασφαλίζει μια ενιαία, ομοσπονδιακή Κύπρο, χωρίς ξένους στρατούς, έστω κι αν οι σημερινοί συσχετισμοί δυνάμεων δεν την ευνοούν.

Μοιράσου στο Google Plus
Αν βρήκατε το άρθρο ενδιαφέρον, κάντε κλικ εδώ

Για γρήγορη και άμεση ενημέρωση ακολουθείστε μας στο Twitter και στο Google+.

loading...