Βρώμικα παιχνίδια πίσω από το Κυπριακό

Η αποτυχία της τελευταίας φάσης των συνομιλιών Αναστασιάδη – Ακιντζί, συνοδεύτηκε από βολές άμεσες και έμμεσες κατά της πολιτικής της Αθήνας, η οποία -δήθεν- ήταν αδιάλλακτη και εμπόδισε την επίλυση του Κυπριακού που χρονίζει για πάνω από τέσσερις δεκαετίες. Ούτε λίγο ούτε πολύ, ακούστηκαν περίπου τα ίδια επιχειρήματα που διακινούνταν και το 2004, όταν το ίδιο το “Σχέδιο Ανάν” οδηγήθηκε στην καταδίκη από τον ίδιον τον κυπριακό λαό. Αυτή τη φορά, όμως, τα βέλη προήλθαν από τη Λευκωσία με στοχευμένα δημοσιεύματα σε μερίδα του Κυπριακού Τύπου, αλλά και από την Αθήνα, τόσο από φιλοσυριζέϊκα Μέσα Ενημέρωσης, όσο και από μεγάλα αντιπολιτευόμενα συγκροτήματα. Βεβαίως, στη Μεγαλόνησο, υπήρξαν και τα αντίθετα δημοσιεύματα, τα οποία υπερθεμάτιζαν των χειρισμών της Αθήνας, και έφταναν στο σημείο να αναφέρουν ότι για πρώτη φορά η Ελλάδα έχει ολοκληρωμένη και συντονισμένη τακτική και στόχους στις διαπραγματεύσεις.

Πάντως, στις δηλώσεις του, μετά το αδιέξοδο στις συνομιλίες της Ελβετίας (Μοντ Πελεράν 1 και Μοντ Πελεράν 2, διάρκειας μιας εβδομάδας και δυο ημερών αντίστοιχα), ο Νίκος Αναστασιάδης, τουλάχιστον δημοσίως, όταν ερωτήθη εάν “χάθηκε η ευκαιρία”, δήλωσε ότι καμιά ευκαιρία δεν χάθηκε, διότι τέτοια δεν υπήρξε. Και δικαιολόγησε την απάντησή του, λέγοντας ότι η τουρκοκυπριακή πλευρά δεν συμφωνούσε στην επιστροφή μεγάλου μέρους ελληνοκυπρίων προσφύγων στις εστίες τους, ενώ άφησε να διαφανεί ότι υπήρξαν και άλλες σημαντικές διαφορές. Κοντολογίς, σύμφωνα με τις έως τώρα πληροφορίες, στόχος του κατοχικού ηγέτη, Μουσταφά Ακιντζί, ήταν να υλοποιήσει τις εντολές που είχε λάβει από την Άγκυρα, και να σύρει την Αθήνα και τη Λευκωσία σε μια διεθνή Διάσκεψη, χωρίς ούτε το Εδαφικό να έχει ξεκαθαρίσει εντελώς, ούτε όμως και το καίριο ζήτημα της ασφάλειας – καθεστώτος εγγυήσεων – αποχώρησης των κατοχικών δυνάμεων.

Αυτή είναι η εικόνα που ημιεπισήμως διαρρέεται, ανεξαρτήτως εάν η ελληνική ή η τουρκική πλευρά ρίχνουν η μια στην άλλη την ευθύνη για την αποτυχία αυτής της φάσης των διαπραγματεύσεων. Ακόμα κι αυτό, όμως, δείχνει μια Τουρκία απρόθυμη -ή τουλάχιστον να μην έχει αποφασίσει ακόμη- να λύσει στη σημερινή συγκυρία το ζήτημα. Όλα δείχνουν ότι βάζει το Κυπριακό στη ζυγαριά των γεωπολιτικών συσχετισμών και στόχων της στην περιοχή, περιμένοντας τη νέα ηγεσία Τράμπ στις ΗΠΑ, ή την στάση που θα κρατήσει η ΕΕ απέναντί της. Πόσο μάλλον, που σύντομα, στο φόντο της αρνητικής αξιολόγησης της Κομισιόν, θα συζητηθεί στις Βρυξέλλες η ενταξιακή πορεία της Τουρκίας, όπως επίσης και το ζήτημα – κλειδί της συμφωνίας για το Μεταναστευτικό.

Ποια ήταν, όμως, η εικόνα από τις δικοινοτικές συνομιλίες; Σύμφωνα με ασφαλείς πληροφορίες, οι δυο πλευρές είχαν φτάσει σε απόσταση αναπνοής από τη συμφωνία. Και οι υπογραφές θα “έπεφταν” στον Μοντ Πελεράν 2 αν η Αθήνα δεν έβαζε “βέτο” ότι δεν θα συρθεί σε διεθνή Διάσκεψη εάν προηγουμένως η Άγκυρα δεν δώσει σαφώς το στίγμα των προθέσεών της και δεν δεσμευτεί στο θέμα ασφάλειας – εγγυήσεων. Βλέποντας αυτό το δεδομένο, ο Νίκος Αναστασιάδης φαίνεται ότι αποφάσισε να ανακρούσει πρύμνα. Ο δε Ακιντζί, αφού δεν έπαιρνε καμία διαβεβαίωση από την Άγκυρα ότι υποχωρεί σε αυτό το ζήτημα, ουσιαστικά εγκατέλειψε τις συνομιλίες. Και, βεβαίως, η πρόφαση που χρησιμοποιήθηκε για να τα σπάσουν, ήταν το Εδαφικό. Στο οποίο, πάντως, επίσης υπήρξαν διαφωνίες, με την τουρκική πλευρά να επιδιώκει να το κλείσει -και αυτό- στη διεθνή Διάσκεψη.

Αττίλας Νο3

Για ποιο λόγο, όμως, έπρεπε να πάει η Αθήνα σε μια Διάσκεψη, στην οποία θα βρισκόταν ως καρπαζοεισπράκτορας των μεγάλων δυνάμεων;Να σημειωθεί ότι οι ΗΠΑ (κυβέρνηση Ομπάμα) είχαν καταστήσει σαφές ότι δέχονται την παραμονή των μισών κατοχικών στρατευμάτων (20.000) για μεγάλη μεταβατική περίοδο, κατά την οποία θα διατηρούνταν και το υπάρχον καθεστώς των εγγυήσεων. Μάλιστα, η υφυπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Βικτώρια Νούλαντ, όπως αποκάλυψε το Antinews προ ημερών, κατά την επίσημη επίσκεψη Ομπάμα στην Αθήνα, φέρεται να είπε ότι τα στρατεύματα αυτά χρειάζονται, διότι αν αποτύχει η υλοποίηση της συμφωνίας για το Κυπριακό, κάποιος θα πρέπει να ξαναφέρει τα σύνορα στην παλαιά τους γραμμή. Απορούμε πράγματι, με την αμερικανική πολιτική. Δηλαδή, αφού, με την εφαρμογή της συμφωνίας, θα έχουν επιστρέψει στις εστίες τους 60-70.000 ελληνοκύπριοι, να τους ξαναδιώξουν τα κατοχικά στρατεύματα. Μα, αυτό δεν θα είναι τίποτε άλλο παρά ο “Αττίλας Νο3”. Στο ίδιο μήκος κύματος της αμερικανικής γραμμής φέρεται να κινείται και ο ειδικός απεσταλμένος του ΟΗΕ, Μπαρθ Αϊντα. Αλλά και η στάση της άλλης εγγυήτριας δύναμης, της Βρετανίας, διόλου υπέρ των ελληνικών θέσεων φαίνεται να είναι. Άρα, να πήγαινε η Ελλάδα στη Διάσκεψη για να “φάει ξύλο” από όλους αυτούς μαζί;

Τι να συζητήσει, επίσης, σε μια διεθνή Διάσκεψη η Αθήνα, όταν η τουρκική πλευρά επιμένει (εγγράφως δεν έχει υποβάλλει πρόταση, αλλά βάζει τον Ακιντζί να τα λέει) ότι θέλει 5+5 χρόνια παραμονή των κατοχικών στρατευμάτων και μετά να γίνει δημοψήφισμα για το εάν θα φύγουν η όχι. Στην περίπτωση μιας προβοκάτσιας -και ιστορικά πάμπολλες έχουν γίνει στη Μεγαλόνησο- οπότε θα τιναχτεί η συμφωνία στον αέρα, τι θα πουν οι τουρκοκύπριοι σε ένα δημοψήφισμα; Όχι, να φύγουν τα στρατεύματα; Το ζήτημα της αποχώρησης των κατοχικών στρατευμάτων, μέσα από αυστηρό χρονοδιάγραμμα, είναι νευραλγικής σημασίας, διότι, εάν δεν γίνει κάτι τέτοιο, απλά θα διαιωνίζεται μια στρεβλή κατάσταση ανασφάλειας στο νησί, με την Τουρκία, μάλιστα, να' χει το πάνω χέρι.

Ναι, αναμφισβήτητα, υπάρχει ένα πολύ μεγάλο κομμάτι του τουρκοκυπριακού πληθυσμού που θέλει να απαλλαγεί από την κηδεμονία της Άγκυρας. Που την νοιώθει σαν δυνάστη της. Ναι, εξίσου υπάρχει ένα τεράστιο κομμάτι του ελληνοκυπριακού πληθυσμού που θέλει πραγματικά ισότιμες και αδελφικές σχέσεις με τους τουρκοκυπρίους, και πιστεύει ειλικρινά ότι οι “επαγγελματίες του Κυπριακού” που “κανιβαλίζουν” πάνω σε αυτό το πρόβλημα αλλά ταυτόχρονα κάνουν και μπίζνες με αυτό, μόνον τον λαό δεν ωφελούν. Ωστόσο, μετά από σαράντα χρόνια, έχουν δημιουργηθεί νέα δεδομένα – τετελεσμένα, και για να υπάρξει βιώσιμη λύση, πρέπει να μπουν στέρεες βάσεις. Διότι, και πληθυσμιακά έχει αλλοιωθεί η σύνθεση του νησιού, και οι “προβοκάτορες” είναι πανεύκολο να στηθούν. Αλήθεια, για ποιες “εγγυήσεις”, άραγε, μιλάει ο Ερντογάν, όταν ο ίδιος προ μηνών, όταν έγινε το πραξικόπημα στην Τουρκία, ξήλωσε σχεδόν όλη την τουρκική στρατιωτική ηγεσία στην Κύπρο; 'Η, τώρα, που έβαλε τους δικούς του, θα πρέπει να εναποθέσουμε τις “ελπίδες” μας σε αυτούς; Πρόκειται για αστεία επιχειρήματα, και όσοι ένθεν κακείθεν τα υποστηρίζουν και ανιστόρητοι είναι και από εξωτερική πολιτική δεν σκαμπάζουν.

Η “παγίδα” της Ελβετίας

Εξίσου μεγάλα ερωτήματα είναι σε ποιο βαθμό τα είχαν βρει οι Αναστασιάδης – Ακιντζί στη διακυβέρνηση, αλλά και στο Εδαφικό. Ο Ν.Αναστασιάδης λέγει τώρα ότι είχε προτείνει κατώτερο αριθμό προσφύγων που θα επέστρεφαν σε περιοχές που θα περνούσαν υπό ελληνοκυπριακή διοίκηση, 78.000, και ανώτερο 92.000. Ο Ακιντζί ξεκινούσε από 55.000, και υποχώρησε στους 65.000. Ακόμα, είπε ότι ο ίδιος πρότεινε 28,2% της Κύπρου να είναι τουρκοκυπριακό συνιστών κρατίδιο και ο Ακιντζί ζητούσε 29,2% (σήμερα, τα κατεχόμενα είναι το 37% του εδάφους). Μικρές διαφορές, θα πει κανείς. Δεν διευκρινίστηκε, όμως, αν και τι διαφορές υπήρξαν στην ακτογραμμή, και σε άλλα ζητήματα. Αλλά και για την περιοχή της Μόρφου, είχαν συμφωνήσει ή όχι; Διότι, κατά πληροφορίες, η Άγκυρα άφηνε και το θέμα της Μόρφου να πάει για διαπραγμάτευση στη διεθνή Διάσκεψη. Ουσιαστικά, δηλαδή, τι επεδίωκε η τουρκική πλευρά σε αυτή τη διάσκεψη; Να συμφωνήσει η Λευκωσία (με τη συναίνεση της Αθήνας!) στο δίλημμα: “Διαλέξτε: Σας δίνουμε εδάφη και επιστροφή προσφύγων, δώστε μας εγγυήσεις και διατήρηση στρατευμάτων”. Μα, δεν θα γινόταν σε όλα αυτά, πακέτο, παζάρι; Εννοείται. Μέχρι που θα έφταναν τα πράγματα, είναι άγνωστο, εάν δεν είχε πει η Αθήνα στη Λευκωσία “συμφωνείστε εσείς ό,τι θέλετε με τον Ακιντζί, αλλά εγώ έχω “κόκκινη γραμμή” την ασφάλεια – εγγυήσεις”. Μέχρι τώρα, πάντως, η Άγκυρα δεν έχει κάνει την παραμικρή “εναλλακτική” πρόταση – υποχώρηση στο 5+5 χρόνια του Μουσταφά Ακιντζί. Πιθανώς, ο Ερντογάν να έχει κάποια αντιπρόταση, αλλά έως τώρα, ουδέν έχει γνωστοποιήσει. Επίσης, στη διακυβέρνηση, Αναστασιάδης και Ακιντζί τα είχαν βρει για εκ περιτροπής προεδρία; Πως θα λειτουργούσε η Ομοσπονδιακή κυβέρνηση; Η τουρκοκυπριακή μειοψηφία θα είχε την ίδια δύναμη αποφάσεων, όπως και η πλειοψηφούσα ελληνοκυπριακή (50%-50%, δηλαδή); Αγκάθια, δηλαδή, που υπήρχαν και στο “σχέδιο Ανάν”.

Υπό το πρίσμα όλων αυτών των δεδομένων, η ελληνική πλευρά -και να το' θελε- δύσκολα θα πήγαινε σε μια τέτοια διεθνή Διάσκεψη. Εκτός των άλλων, η Τουρκία ακόμα δεν έχει ξεκαθαρίσει τι θέλει. Επισήμως, επιθυμεί πενταμερή (ΟΗΕ, ε/κ – τ/κ, και εγγυήτριες δυνάμεις Ελλάδα, Τουρκία, Βρετανία). Η Ελλάδα, αντίθετα, θέλει σε αυτούς να προστεθούν οπωσδήποτε η Ευρωπαϊκή Ένωση και τα πέντε μόνιμα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας (ΗΠΑ, Ρωσία, Κίνα, Γαλλία, Βρετανία). Έτσι, αλλάζουν σημαντικά οι συσχετισμοί και αποκαθίστανται σε κάποιο βαθμό οι ισορροπίες. Να σημειωθεί ότι η Ρωσία δηλώνει πως ναι μεν θέλει να συνεχιστούν οι διαδικασίες των συνομιλιών, αλλά διαφωνεί κάθετα με διαδικασίες εξπρές και πιεστικά χρονοδιαγράμματα. Πολλοί που ήθελαν συμφωνία εδώ και τώρα, λένε ότι η Ρωσία δεν θέλει λύση στην παρούσα, επειδή εξυπηρετούνται τα δικά της συμφέροντα. Σύμφωνοι, αλλά, εάν ως έναν βαθμό, συμπίπτουν -έστω και για διαφορετικούς τακτικούς λόγους- τα συμφέροντα, γιατί να μην εκμεταλλευτούν Αθήνα και Λευκωσία αυτή τη συγκυρία;

Να σημειωθεί πως, σύμφωνα με ασφαλείς πληροφορίες, η Αθήνα πιέστηκε να πάρει μέρος και στις δικοινοτικές συνομιλίες (Μοντ Πελεράν 1) στην Ελβετία. Η Τουρκία επεδίωκε να μετάσχει, ατύπως, στο πλευρό του Ακιντζί. Κάποιοι, λοιπόν, έριξαν την ιδέα να πάει και η Ελλάδα στο πλευρό του Αναστασιάδη. Ουσιαστικά, δηλαδή, έστω και ατύπως, μαζί με τους εκπροσώπους του ΟΗΕ, θα συγκαλούνταν μια τετραμερής Διάσκεψη (μόνο η Βρετανία θα έλειπε). Υπήρξαν, άραγε, αρμόδια πρόσωπα στην Αθήνα και τη Λευκωσία που θα αποδέχονταν κάτι τέτοιο; Πολύ περισσότερο, υπήρχε κάποιος από την Αθήνα που θα δεχόταν να πάει εκεί; Μπλοκαρίστηκε μια τέτοια κίνηση, κι' αν ναι, τι μεσολάβησε; Σε όλα αυτά πρέπει να προστεθεί το ιδιαιτέρως ενδιαφέρον γεγονός της “κομψής”, πλην όμως με σαφή μηνύματα, άρνησης του υπουργού Εξωτερικών της Τουρκίας, Μεβλούτ Τσαβούσογλου, να δεχτεί τον Έλληνα υπουργό Εξωτερικών, Νίκο Κοτζιά στην Τουρκία, στις 10 Νοεμβρίου 2016. Για εκείνη την ημέρα είχε κανονιστεί η ανταποδοτική επίσκεψη Κοτζιά στον ομόλογό του. Η εξήγηση που δίδεται, είναι ότι ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών, ακριβώς επειδή δεν έπαιζε κανέναν ουσιαστικό ρόλο στο Κυπριακό, αλλά όλο το “παιχνίδι” το' χει πάρει πάνω του ο Ταγίπ Ερντογάν, απλά απέφευγε να δει τον Κοτζιά, διότι δεν είχε τίποτα να του πει. Είναι ολοφάνερο ότι ο Τούρκος πρόεδρος εντάσσει το Κυπριακό στο συνολικό πακέτο του ανατολίτικου “ισλαμικού” - “αντιμπεριαλιστικού” δήθεν παζαριού του, όπου περιλαμβάνονται η Συνθήκη της Λωζάνης και οι στόχοι του στη Μέση Ανατολή, οι σχέσεις Τουρκίας – ΗΠΑ, οι σχέσεις Άγκυρας – Βρυξελλών, με αναφορά και στο Μεταναστευτικό, κ.ο.κ.

Βολές με “στόχο”

Παρά ταύτα, δεν είναι λίγοι που πίσω από όλα αυτά είδαν είτε ατυχείς χειρισμούς της Αθήνας, είτε εσκεμμένο σχέδιο να αποτύχει η λύση στο Κυπριακό, επειδή οι Συριζαίοι δεν ήθελαν να φορτωθούν ένα επιπλέον (εκτός του μνημονίου της λιτότητας) πολιτικό κόστος. Ειδικά, για ένα τόσο σοβαρό εθνικό ζήτημα, όπως το Κυπριακό. Αναμφισβήτητα, μπορεί κανείς να κατηγορήσει το μέγαρο Μαξίμου για -τα συχνά- μειωμένα αντανακλαστικά του στα θέματα της εξωτερικής πολιτικής. Για παράδειγμα, μόλις προχτές ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, Δ.Τζανακόπουλος, παρ' ότι ο Ερντογάν είχε κάνει δημοσίως νωρίς το μεσημέρι τις νέες προκλητικές δηλώσεις του για τη Συνθήκη της Λωζάνης, αυτός, ακόμα και το απόγευμα έκανε λόγο για δημοσιεύματα του τουρκικού Τύπου, και απέφευγε να τοποθετηθεί επί αυτών. Το βράδυ, βέβαια, η κυβέρνηση αντελήφθη ότι επρόκειτο περί χοντροκομμένων δηλώσεων και όχι απλά δημοσιευμάτων (βλέπε και: “Πατάτα ΑΠΕ – Γενικής Γραμματείας Ενημέρωσης για δηλώσεις Ερντογάν”) .

Ωστόσο, στο θέμα του Κυπριακού, ο Αλέξης Τσίπρας, έως τώρα, δεν έχει δεχτεί κριτική για κάποιον λάθος χειρισμό. Βεβαίως, ο Έλληνας πρωθυπουργός, στην περίπτωση που πάει τελικά σε συνάντηση με τον Ερντογάν, θα πρέπει να το σκεφτεί πολύ καλά αν θα του δώσει το χέρι του για χειραψία, και, εννοείται, θα πρέπει κατόπιν να κοιτάξει αν του λείπει κάποιο δάκτυλο. Αντίθετα, αυτός που βρίσκεται στο στόχαστρο, ως “υπέρμαχος της αδιαλλαξίας” και “εχθρός της λύσης” στο Κυπριακό, είναι ο κ.Κοτζιάς. Ενδιαφέρον είναι, μάλιστα, ότι εσχάτως δέχτηκε επίθεση, όχι μόνον από μερίδα του κυπριακού Τύπου, αλλά και εξ' οικείων. Ειδικότερα, από σάϊτ που πρόσκειται στον ευρωβουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ, Στέλιο Κούλογλου. Κάτι που μάλλον αφήνει έντονα την υποψία ότι στην κυβέρνηση και στο κόμμα του ΣΥΡΙΖΑ υπάρχουν κύκλοι που δυσφορούν με το ναυάγιο στο Κυπριακό και θα ήθελαν λύση εδώ και τώρα. Καλό θα είναι, πάντως, μιας και είναι “αδελφά κόμματα”, να ρωτήσουν οι Συριζαίοι και το ΑΚΕΛ (το κυπριακό κόμμα τα έσπασε με το ΚΚΕ για το Κυπριακό) τι γνώμη έχει για τις διαπραγματεύσεις Αναστασιάδη – Ακιντζί.


Μοιράσου στο Google Plus
Αν βρήκατε το άρθρο ενδιαφέρον, κάντε κλικ εδώ

Για γρήγορη και άμεση ενημέρωση ακολουθείστε μας στο Twitter και στο Google+.

loading...