Η ελληνική τραγωδία και η μονοδρομική κάθαρση

Της Μαρίας Νεγρεπόντη-Δελιβάνη*

Εισαγωγή

Η κατάσταση της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας, έξη χρόνια μετά την υπαγωγή της στα Μνημόνια, εμφανίζεται αδιέξοδη. Οι απάνθρωπες απαιτήσεις των δανειστών, όπως απεικονίζονται και στο τρίτο Μνημόνιο, που τώρα είναι σε ισχύ, παρότι έγιναν δεκτές από την Κυβέρνηση του Σύριζα, και όχι μόνο, ήταν ωστόσο ξεκάθαρο εξαρχής, ότι θα ήταν αδύνατον να υλοποιηθούν.

Η ανυπέρβλητη δυσκολία, που καθιστά μη βιώσιμο το ελληνικό χρέος, και βυθίζει σε απόγνωση και προϊούσα εξαθλίωση το λαό, δεν είναι τόσο το ύψος του, (και σε απόλυτους, αλλά και σε σχετικούς αριθμούς) όσο η καταδίκη της χώρας σε συνεχή ύφεση. Με τις συνθήκες αυτές, έστω και αν υποτεθεί ότι το επιτόκιο μηδενίζεται, το χρέος και πάλι δεν θα ήταν δυνατόν να αντιμετωπιστεί, εφόσον χρόνο με το χρόνο το ΑΕΠ καταγράφει σωρευτική πτώση. Ακριβώς αυτό συμβαίνει με το ελληνικό ΑΕΠ, που μειώνεται συνεχώς, στο διάστημα των έξη τελευταίων ετών, με αποτέλεσμα το χρέος να αναρριχάται.

Η αδυναμία ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας, στο κρίσιμο διάστημα της εφαρμογής των Μνημονίων, ουδόλως οφείλεται στην άρνηση ή στην αργοπορία της χώρας να προχωρήσει σε μεταρρυθμίσεις[1] ή, ακόμη, στην αδυναμία των Ελλήνων να εφαρμόσουν σωστά ένα "πολύ καλό πρόγραμμα", όπως επαναλαμβάνει, συνεχώς, ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών. Αντιθέτως, οφείλεται πρώτον, στο τραγικά εσφαλμένο πρόγραμμα του ΔΝΤ που επιβλήθηκε στην Ελλάδα[2], και που πολλαπλασίασε την ένταση της ύφεσης, δεύτερον στην ηθελημένη αγνόηση αυτού του σφάλματος, σε συνδυασμό με την παράλογη εμμονή των δανειστών για τη συνέχισή του, και βέβαια τρίτον στην πολιτική λιτότητας, που εφαρμόζεται σε ολόκληρη την Ευρώπη, όχι μόνον ως απόρροια της ιδεολογικής προσήλωσης στον φιλελευθερισμό, αλλά και επειδή το σαθρό οικοδόμημα του κοινού ευρωπαϊκού νομίσματος είναι αδύνατον να επιβιώσει χωρίς αυτήν[3]. 

Παρότι δεν υπάρχει ελπίδα εξόδου της Ελλάδας από την κρίση, εάν παραμείνει στο ανθυγιεινό περιβάλλον των Μνημονίων, όπως αναμφίβολα προκύπτει από τα στοιχεία που ακολουθούν, είναι ωστόσο θλιβερά δυσεξήγητη η πολιτική όλων των ελληνικών κυβερνήσεων, στο διάστημα αυτών των έξη τελευταίων ετών, εφόσον:

*υποκύπτουν στους ανελέητους εκβιασμούς των θεσμών, λεπτομερειών, που απλώς επιλύουν βραχυχρόνια την ένταση, επιδεινώνοντας ταυτόχρονα σε μακροχρόνια βάση το κυρίαρχο πρόβλημα της μη βιωσιμόπαρότι αυτοί απογυμνώνουν σταδιακά την οικονομία και κοινωνία από το σύνολο των αναπτυξιακών της ροπών, βυθίζοντας την σε μη μακροχρόνια και δύσκολα αντιστρέψιμη ύφεση,
*βυζαντινολογούν με τους δανειστές για τη ρύθμιση τητας του χρέους,
*αναγγέλλουν δήθεν ότι δεν θα υπερβούν ορισμένες "κόκκινες γραμμές", τις οποίες οι ίδιοι καθορίζουν, αλλά τις οποίες ξεπερνούν, στη συνέχεια, με αξιοθαύμαστη ευκολία, εξαθλιώνοντας έτσι τη μία μετά την άλλη, όλες τις κοινωνικό-επαγγελματικές κατηγορίες,
*δέχονται να εφαρμόσουν μέτρα, που εκ των προτέρων υπόσχονται αποτελέσματα εντελώς αντίστροφα των επιδιωκόμενων, όπως μεταξύ άλλων είναι η περίπτωση της επιβολής φορολογικών συντελεστών και φόρων, που υπερβαίνουν ένα κρίσιμο σημείο,
* συνοδοιπορούν με τους θεσμούς, που εμμένουν να εμφανίζουν ως δήθεν αναγκαίες μεταρρυθμίσεις την προϊούσα ζουγκλοποίηση της αγοράς εργασίας, καθώς και το ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας,
*καθησυχάζουν τον δραματικά δοκιμαζόμενο ελληνικό λαό, ότι τα δεινά του τελειώνουν και ότι έρχονται, δήθεν, καλύτερες ημέρες, ενώ στην πραγματικότητα η κρίση βαθαίνει, συνεχώς, και δεν διαφαίνεται λύση στον ορίζοντα.
Συνοψίζοντας, οι ελληνικές κυβερνήσεις συμπεριφέρνονται ωσάν να έχουν πειστεί ότι τα Μνημόνια στοχεύουν στη σωτηρία μας, ενώ όλες οι εξελίξεις συνηγορούν για το, ακριβώς, αντίθετο.

Η μοναδική οδός σωτηρίας, για την Ελλάδα, καθώς και η δυνατότητα να ξεπληρώσει το αβυσσαλέων διαστάσεων χρέος της σε βάθος χρόνου είναι η εξασφάλιση ταχύρρυθμης ανάπτυξης[4], που όμως η προσμονή της αποτελεί ουτοπία, με τις παρούσες συνθήκες, όπως αποδεικνύει η ανάλυση που ακολουθεί.

Ι. Οι συνέπειες των Μνημονίων μέχρι σήμερα

Η εφαρμογή των Μνημονίων επιδείνωσε όλους ανεξαιρέτως τους βασικούς οικονομικούς, κοινωνικούς και ψυχολογικούς δείκτες, έτσι που να είναι αυτόχρημα φαιδρές όλες οι κατά καιρούς διαβεβαιώσεις κυβερνητικών και δανειστών, που δήθεν διαπιστώνουν success stories, άμεση έξοδο στις αγορές, καταγραφή θετικών αναπτυξιακών ρυθμών και άλλα παρόμοια.
Στη θέση αυτών των ουτοπιών θα υπενθυμίσω κάποιες κραυγαλέες περιπτώσεις καθολικής επιδείνωσης στην Ελλάδα[5] και εν συνεχεία θα αναφερθώ σε προβλέψεις για τις εξελίξεις στο μέλλον. Από αυτές τις αναφορές προκύπτει, αναμφίβολα, ότι οι μαχαιριές στην οικονομία και κοινωνία της χώρας στόχευσαν με ακρίβεια στο σύνολο των ζωτικών διαρθρώσεων και λειτουργιών της, έτσι που η ανόρθωσή της να αποτελεί όνειρο θερινής νύκτας. Σε πρόσφατη δήλωσή του ο πρόεδρος των Ελλήνων βιομηχάνων είπε ότι θα χρειαστούν γύρω στα 100 δις ευρώ για να στηθεί και πάλι στα πόδια της η οικονομία. Αδίστακτα θα υποστηρίξω ότι θεωρώ ανεπαρκή τα 100 αυτά δισ. ευρώ, γιατί δυστυχώς η ελληνική οικονομία εμφανίζεται πλήρως διαλυμένη, και χρειάζεται να ξαναγεννηθεί. Αυτή η καταστροφή που συνεχίζεται, και μάλιστα με εντεινόμενους ρυθμούς, είναι εντελώς παρανοϊκό να υποστηρίζεται ότι αποβλέπει στη σωτηρία μας.

*Μακροοικονομικά δεδομένα[6]

Στην αρχή της κρίσης το χρέος αντιπροσώπευε περίπου 100% του τότε ΑΕΠ, και ήταν βιώσιμο. Σήμερα, και παρά το αποτυχημένο, επειδή ανεπίτρεπτα αργοπορημένο "κούρεμα"[7], το ποσοστό του χρέους έχει περίπου διπλασιαστεί, στο ΑΕΠ. Και συνεχίζει να σκαρφαλώνει ακάθεκτο έτσι που σε απόλυτους αριθμούς, από 324 δις ευρώ το 2014, θα φθάσει το 2016 στα 337,6 αντίστοιχα. Για την περίοδο 2007-2015 διαπιστώνεται δραματική και χωρίς προηγούμενο, για οικονομία σε ειρήνη, πτώση του κατά κεφαλή ΑΕΠ κατά 27,6%, που αντιστοιχεί σε 70 δις ευρώ και σε απώλεια εισοδήματος, για κάθε Έλληνα πολίτη, ίση με 6.100 ευρώ το χρόνο. Το ελληνικό κατά κεφαλή ΑΕΠ αναλογούσε στο 84,4% του αντίστοιχου Μ.Ο. των κρατών-μελών της ΕΕ, και τώρα εκτιμάται μόνο στο 53,6%[8]. 3.800.000 Έλληνες βρίσκονται στα όρια της φτώχειας[9]. Η επίσημη ανεργία έφθασε στο 27%, ενώ η ανεπίσημη αγγίζει εφιαλτικά ύψη, αν ληφθεί υπόψη και η σημαντική υποχώρηση της πλήρους απασχόλησης προς όφελος αβέβαιων και ανασφαλών μορφών της. Πριν από την έναρξη της κρίσης η ανεργία ήταν μόνο 7.8%. Η ιδιωτική κατανάλωση, που αποτελεί την ατμομηχανή της οικονομικής ανάπτυξης έχει δραματικά συρρικνωθεί κατά περίπου 47 δισεκατομμύρια ευρώ. Ούτε και οι φετινές γιορτές μπόρεσαν να την ανακάμψουν, αφού ο τζίρος έπεσε κατά 8% σε σχέση με τον αντίστοιχο περυσινό, και σε σύγκριση με την έναρξη της κρίσης κατά περίπου 50%[10]. Εικόνα πανωλεθρίας εμφανίζει η επένδυση δημόσια και ιδιωτική, αφού οι επενδύσεις παγίου κεφαλαίου από 57,2 δις ευρώ πριν από την κρίση, ελαχιστοποιήθηκαν στα 18,7 δις ευρώ. Μισθοί και συντάξεις έχουν καταποντιστεί. Και στο χώρο των επιχειρήσεων η τελευταία έκθεση της Price Water House Coopers (PwC) που αφορά σε 2.824 ελληνικές επιχειρήσεις με έσοδα άνω των 10 εκατομυρίων ευρώ, καταλήγει στο εφιαλτικό συμπέρασμα ότι το 40%, περίπου, από αυτές είναι υπερδανεισμένες, χωρίς καμιά πιθανότητα επιβίωσης. Το 2015 καταγράφεται μείωση των αγοροπωλησιών ακινήτων, κατά 20%, και υπολείπονται κατά 10% σε σύγκριση με τις αντίστοιχες του 2007. Όπως θα ήταν αναμενόμενο, το 44% των Ελλήνων κατακλύζονται από αρνητικά συναισθήματα, όπως φόβο, ανασφάλεια, αγωνία, απογοήτευση, αγανάκτηση και θυμό[11]. Οι Έλληνες εμφανίζονται να είναι οι πιο απαισιόδοξοι στην ΕΕ, αναφορικά με το μέλλον της, αφού 7 στους 10 πιστεύουν ότι βαδίζει προς λάθος κατεύθυνση[12]. Αλλά και η υγεία των Ελλήνων με χαμηλά εισοδήματα εμφανίζει τάση επιδείνωσης, αφού το 25% αδυνατεί να εξασφαλίσει τα φάρμακα και τη θεραπεία που έχει ανάγκη. 42% των ερωτηθέντων αντιμετωπίζουν χρόνια νοσήματα[13]. Η πιο καταστρεπτική, γιατί γενικά μη αντιστρέψιμη εξέλιξη της κρίσης είναι, αναμφίβολα, η μαζική φυγή εγκεφάλων, προς αναζήτηση καλύτερης τύχης. Το κόστος αυτής της φυγής εκτιμάται στο αστρονομικό ποσό των 170 δισεκατομμυρίων ευρώ[14].

*Δημοσιονομικά και χρηματοπιστωτικά

Η φοροκαταιγίδα, την οποίαν προκάλεσαν οι προηγούμενες και η παρούσα κυβέρνηση, απέβλεπε στην ικανοποίηση των ολοένα πιο απάνθρωπων απαιτήσεων των δανειστών. Λησμόνησαν, ωστόσο, ότι σε περίοδο συνεχώς μειούμενων εισοδημάτων, η φορολογική αυτή φρενίτιδα είναι καταδικασμένη να καταλήξει σε αποτελέσματα διαμετρικά αντίθετα από τα επιδιωκόμενα, καθώς ολοένα μεγαλύτερο ποσοστό των φορολογουμένων βρίσκεται σε αντικειμενική αδυναμία εκπλήρωσης των υποχρεώσεών του[15]. Ακολουθούν μερικά αποτελέσματα διαμετρικά αντίθετα των επιδιωκόμενων, που οφείλονται στην εφαρμογή αναποτελεσματικών και/ή απάνθρωπων μέτρων:
* Την περίοδο 2010-15 επιβλήθηκαν 31 δις ευρώ φόροι, αλλά τα έσοδα υπολείπονται κατά 5 δισ. ευρώ σε σύγκριση με αυτά πριν από την έναρξη της κρίσης. Έτσι, ενώ το 2009 τα δηλωθέντα εισοδήματα φυσικών προσώπων ήταν 100,3 δις ευρώ, το 2014 δεν ήταν παρά μόνο 73 αντίστοιχα[16]. Ως συνέπεια, εξάλλου, εννέα οδυνηρών φορολογικών παρεμβάσεων το 2014, τα κρατικά έσοδα αυξήθηκαν μόνο κατά 0.08%! Και αναφορικά, με το σύνολο των φορολογικών εσόδων της χώρας, αυτά ήταν το 2009 51.266 δις ευρώ και το 2015 εκτιμάται ότι θα είναι μόνο 43.162 αντίστοιχα.
*Η εφορία παρακρατεί το 49% των μισθών, που είναι το υψηλότερο ποσοστό στις χώρες του ΟΟΣΑ. Οι φόροι, που πληρώθηκαν το 2014 έφθασαν στο, όντως, αδιανόητο ποσοστό του 53,3% των εισοδημάτων των πολιτών.
*Aπό το 2009 διαπιστώνεται αύξηση της φοροδιαφυγής (παρότι η καταπολέμησή της εμφανίζεται ως πρωταρχικός στόχος) με απώλεια 10 δισ. ευρώ.
* Το κράτος αδυνατεί να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του, που υπερβαίνουν τα 5 δισ. ευρώ.
*Ο ιδιωτικός τομέας χρωστά 150 δισ. ευρώ στην εφορία, στα τελωνεία, στα ασφαλιστικά ταμεία και στις τράπεζες[17].
Και σε αυτόν τον κρανίου τόπο, κάποιοι αναζητούν πρωτογενές πλεόνασμα, που για το 2015 αναγγέλλεται της τάξεως του 4,3 δις ευρώ[18] .

Ό συνδυασμός των παραπάνω μέτρων και παραλείψεων είχε ως αποτέλεσμα την εξόντωση καταρχήν μισθωτών και συνταξιούχων. Στη συνέχεια οι δανειστές ακάθεκτοι προχωρούν στον αφανισμό των ιδιοκτητών ακινήτων, των αγροτών και των επαγγελματιών, αλλά και του τουρισμού. Η θεομηνία έχει πλήξει το σύνολο των αναπτυξιακών δυνατοτήτων της χώρας.

Και μια ματιά στην τραγωδία των καταθέσεων, που τελικά οδήγησε στα capital controls[19]. Το διαθέσιμο χρήμα εκτιμάται ότι έχει μειωθεί από 262 δις ευρώ το 2009 σε 153 τώρα. Ακόμη, η Ελλάδα έχει, ουσιαστικά, μείνει χωρίς τράπεζες. Πράγματι, αφού από την αρχή της κρίσης οι τράπεζες έχασαν 3.500 καταστήματα και 50.000 θέσεις εργασίας εντός και εκτός της χώρας, τελικά η αξία τους μηδενίστηκε, και από περίπου 215 δις ευρώ σταθμισμένο ενεργητικό, τελικά, καταληστεύτηκαν από ξένα funds, που τις άρπαξαν για το εξευτελιστικό ποσό των 750 εκατομμυρίων ευρώ, και έτσι χάθηκαν και τα 40 δισεκατομμύρια ευρώ που δανείστηκαν οι Έλληνες για την ανακεφαλαιοποίησή τους.

Κάτω από αυτές τις δραματικές εξελίξεις, που δεν έχουν συμπεριλάβει ακόμη τις καταστροφικές συνέπειες του μεταναστευτικού προβλήματος, ειλικρινά διερωτώμαι αν υπάρχει σοβαρός οικονομολόγος ή, ακόμη, απλώς ενσυνείδητος και καλά πληροφορημένος πολίτης, που να ευελπιστεί στην ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας. Και, όμως, όχι μόνον όλες οι ελληνικές κυβερνήσεις της τελευταίας εξαετίας, αλλά και οι δανειστές οραματίζονται κατά καιρούς, το τέλος της ύφεσης, την ανάπτυξη που έρχεται, τους επενδυτές που συνωστίζονται, τις success stories, και άλλες φαιδρότητες!








ΙΙ. Οι προοπτικές για το μέλλον (αν παραμείνουμε εντός Μνημονίων)


Οι ουτοπικοί φακοί λειτουργούν φυσικά και, αναφορικά, με το μέλλον της δύσμοιρης χώρας μας. Παρά τα συντρίμμια, που έφερε η τραγικά εσφαλμένη πολιτική των Μνημονίων, οι αρμόδιοι τολμούν να υπόσχονται ότι το μέλλον μας θα είναι καλύτερο. Δυστυχώς, όμως, θα είναι χειρότερο, και μάλιστα στο διηνεκές, αν παραμείνουμε δέσμιοι των Μνημονίων. Ιδού μερικά συντριπτικά στοιχεία όχι μόνο για την παρούσα, αλλά και για τις επερχόμενες γενιές.
Να αρχίσω με τις προβλέψεις της παγκόσμιας έκθεσης του 2015 από την εταιρία PROGNOS ΑG[20]. Σύμφωνα με αυτές, και με την υπόθεση ότι η Ελλάδα θα παραμείνει στην Ευρωζώνη, το χρέος στο ΑΕΠ, αναμένεται να αναρριχηθεί στο 245% του ΑΕΠ το 2022, ενώ παράλληλα και μέχρι το 2020 η οικονομία θα συρρικνώνεται με ετήσιο ρυθμό 0,8%. Να υπενθυμίσω ότι και για το 2015, οι αισιόδοξες προβλέψεις ότι δήθεν η ύφεση θα ήταν μηδενική, έπεσαν για ακόμη μια φορά έξω αφού το έτος έκλεισε με 0.7% ύφεση[21]. Υπολογίζεται, εξάλλου ότι η ανεργία θα χρειασθεί 25 χρόνια για να πέσει κάτω από το 10% του ενεργού πληθυσμού και μόνο το 2034 η Ελλάδα θα επιστρέψει στο επίπεδο που βρισκόταν πριν από την κρίση. Για το 2016 προβλέπεται, ακόμη, συνέχιση της πτώσης των εσόδων του Κράτους, κυρίως από την άμεση φορολογία, αλλά και πτώση δραματική των εσόδων κοινωνικής ασφάλισης που θα περιοριστούν στα 19 δισεκατομμύρια ευρώ από 26 που ήταν αντίστοιχα πριν από την κρίση. Δεκάδες πολίτες, που έπρεπε να είναι στην εντατική, δεν μπορούν να εξασφαλίσουν κρεβάτι στα νοσοκομεία. Για το 2016 αναμένεται περαιτέρω πτώση του κατά κεφαλή εισοδήματος, που θα φθάσει συνολικά στο 30% και η επίσημη ανεργία θα ανέλθει σε 30% επίσης. Σε πείσμα της αφανισμένης οικονομίας μας, οι δανειστές απαιτούν μέχρι το 2018, επιπλέον 9 δις ευρώ. Τέλος, συχνά, ακούμε διαβεβαιώσεις της μορφής, ότι αξίζει να υποστούμε και αυτήν την τελευταία θυσία, για να βγούμε από την επιτήρηση. Αυτές είναι εντελώς παραπειστικές, εφόσον η αλήθεια είναι ότι θα είμαστε, αναγκαστικά, υπό επιτήρηση ώσπου να αποπληρώσουμε το 75% του χρέους.

Η Ελλάδα είναι, δυστυχώς και χωρίς την παραμικρή αμφιβολία, τελειωμένη αν παραμείνει στη φαρμακερή αγκαλιά του κουαρτέτου. Η πραγματικότητα αυτή, αναγνωρίζεται εδώ και καιρό από εκπροσώπους διεθνών οργανισμών, αλλά και από πολυάριθμους οικονομολόγους-ερευνητές, όχι όμως και από τις ελληνικές κυβερνήσεις.
Ειδικότερα,, η αποτελεσματικότητα νεοφιλελεύθερης έμπνευσης προγραμμάτων, που περιστρέφονται γύρω από την εσωτερική υποτίμηση, την ελαχιστοποίηση των μισθών, και τον αδικαιολόγητο πανικό εναντίον του πληθωρισμού, αμφισβητήθηκε, σχεδόν από την αρχή της εφαρμογής τους. Κάτω από τη μαύρη σκιά ενός ακραίου φιλελευθερισμού, ο οποίος έχει παταγωδώς αποτύχει, δεν είναι μόνο η Ελλάδα που δεινοπαθεί, αλλά και ολόκληρη η ΕΕ, που μαστίζεται από ύφεση, από υψηλή ανεργία, από πρωτόγνωρη ανισότητα στην κατανομή εισοδήματος, αλλά και από συνεχή αύξηση του δημόσιου χρέους[22], σε μικρότερο ασφαλώς βαθμό από ότι η Ελλάδα. Από την άποψη αυτή αξίζει να αναφερθεί μια πρόσφατη μελέτη των οικονομολόγων OFCE (Παρατηρητήριο της γαλλικής οικονομικής συγκυρίας)[23] που καταλήγει στο συμπέρασμα[24] ότι η ανεπαρκής επένδυση της ΕΕ οφείλεται σε ανεπαρκή ζήτηση. Ακριβώς, τη σημασία της ζήτησης υποβαθμίζει, όπως είναι γνωστό, η νεοφιλελεύθερη θεώρηση της οικονομίας με τα δραματικά αποτελέσματα, παγκοσμίως, αλλά κυρίως στα πλαίσια της ΕΕ.
Το συμπέρασμα, που αβίαστα προκύπτει από την παραπάνω ανάλυση είναι η διαπίστωση πως η σωτηρία της Ελλάδας απαιτεί ταχύρρυθμη ανάπτυξη, και αυτή αποκλείεται εντός του ανθυγιεινού και στραγγαλιστικού περιβάλλοντος των Μνημονίων. Η ρήξη, συνεπώς με τους εταίρους/δανειστές και η αναγκαστική επάνοδος στο εθνικό νόμισμα είναι, ceteris paribus, το μονοδρομικό διαβατήριο επιβίωσης για την Ελλάδα.

*Πρ. Πρύτανης και Καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, Πρόεδρος του Ιδρύματος Δημήτρη και Μαρίας Δελιβάνη


[1] .Να σημειωθεί ότι οι μεταρρυθμίσεις που απαίτησαν, μέχρι σήμερα οι δανειστές, (αν εξαιρεθεί η πράγματι αναγκαία αναμόρφωση του ασφαλιστικού, που ωστόσο δεν αποτελεί ελληνική ιδιαιτερότητα) συνίστανται:
* στον, χωρίς προηγούμενη μελέτη, και για καθαρά ιδεολογικής μορφής λόγους, περιορισμό του δημοσίου τομέα, παρότι το μέγεθος του εντάσσεται, απολύτως, στον αντίστοιχο ΜΟ των κρατών-μελών της ΕΕ, αποδεικνύοντας, έτσι, πλήρη σύγχυση ανάμεσα στην ανάγκη λήψης ποιοτικών μέτρων για την αύξηση του βαθμού αποτελεσματικότητάς του, και στη βάρβαρη και πολύ επικίνδυνη (όπως ήδη αποδεικνύεται στην περίπτωση των κρατικών νοσοκομείων, της παιδείας και της δημόσιας διοίκησης) εφαρμογή ποσοτικών κριτηρίων
* στη σταδιακή κατάργηση του συνόλου σχεδόν των εργασιακών δικαιωμάτων
*στο εσπευσμένο ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας, κάτω από την επιγραφή της αξιοποίησής της
[2]. Το γεγονός αυτό αναγνωρίστηκε δις από το ΔΝΤ, αλλά και από τη ν Christine Lagarde, Dominique Strauss-Kahn και πολυάριθμούς άλλους.
[3] Μ. Νεγρεπόντη-Δελιβάνη (2004) «Η τύχη του ευρώ, μετά την κηδεία του Συμφώνου Σταθερότητας», Εκδόσεις Ιδρύματος Δελιβάνη και Κορνηλία Σφακιανάκη: Θεσσαλονίκη
[4] Θεωρώντας ότι η διαγραφή σημαντικού μέρους του χρέους, αποκλείεται με τις παρούσες συνθήκες κυρίως επειδή οι λαοί της Ευρώπης του Βορρά έχουν, εσφαλμένα, πειστεί ότι τα δάνεια προς την Ελλάδα χρησιμοποιούνται για την "καλοπέραση" του ελληνικού λαού, ενώ αυτά σχεδόν αυτούσια οδεύουν προς τις τράπεζες. Να σημειωθεί, ακόμη ότι η χρονική επέκταση της υποχρέωσης πληρωμής τόκων και δανείου δεν αποτελεί λύση, για την Ελλάδα, από τη στιγμή που το ΑΕΠ της εξακολουθεί να υποχωρεί ή αυξάνει με ρυθμό βραδύτερο από το χρέος
[5]. Ο πρ, διοικητής της Τράπεζας Αγγλίας Mervin King σε πρόσφατη ομιλία του στο London School of Economics δήλωσε ότι "δεν θα περίμενε ποτέ να υπάρξει αναπτυγμένη χώρα, η οποία θα βρισκόταν σε ύφεση για περισσότερα χρόνια από ότι οι ΗΠΑ το 1930"
[6] ΟΟΣΑ
[7] Η αργοπορία αυτή του κουρέματος, όπως αναγνωρίζεται επίσημα πια, έγινε για να μην τεθεί σε κίνδυνο η ΕΕ. Αναζητείται απόδοση ευθυνών για το λάθος του ΔΝΤ από το Ανεξάρτητο Γραφείο Αξιολόγησης του ΔΝΤ (ΙΕΟ)

[8] Σύμφωνα με εκτιμήσεις της Κομισιόν
[9] Εφημερίδα Το Παρόν της 07.02.2016
[10] «Οι Έλληνες παίρνουν λιγότερα» είναι ο τίτλος δημοσιεύματος στην ηλεκτρονική σελίδα του Spiegel, όπως αναφέρεται σε δημοσίευμα της Deutsche Welle, και στο οποίο γίνεται αναφορά στα δώρα των εορτών.
[11] Μελέτη της 16.12.2015
[12] Ευρωβαρόμετρο της 02.03. 2016
[13] Έρευνα για λογαριασμό της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Υγείας
[14] Βλέπε Αθαν. Παπανδρόπουλος "Στα 170 δισ ευρώ το κόστος της φυγής εγκεφάλων" (europeanbusiness)
[15] Από το 1930, ο Irving Fisher έκρουσε τον κώδωνα του κινδύνου για την περίπτωση χωρών που επιδιώκουν μείωση του χρέους, περιορίζοντας τις δαπάνες, διότι αυτή η πολιτική καταλήγει σε πτώση των τιμών και των εισοδημάτων και, τελικά, σε διόγκωση του χρέους. Αλλά, ξεχάστηκε, όπως και πολλά άλλα σημαντικά του παρελθοντος.
[16] capital.gr
[17] Εφημερίδα Το Παρόν, 07.02.2016
[18] Καθημερινή, 29.12.2015.
[19] Σύμφωνα με ρεπορτάζ της εφημερίδας Καθημερινή, από ellinopaligenesia.blogspot
[20] Έχει έδρα τη Βασιλεία, και τα αποτελέσματά της δημοσιεύτηκαν στη γερμανική εφημερίδα Die Welt, το τμήμα που αφορούσε την Ελλάδα δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Πρώτο Θέμα της 02.11.2015
[21] Καθημερινή (αγγλική έκδοση), 13-14.02.2016
[22] Σε παγκόσμιο επίπεδο το χρέος αυξήθηκε κατά 5.3% το χρόνο, από το 2007, ενώ ο ρυθμό; ανάπτυξης μόνο κατά 3.3%
[23] Alternatives Economiques, Αρ. 353. Ιανουάριος 2016.
[24] Αναμενόμενο, βέβαια, αλλά είναι σημαντική η εμφάνισή του ως πόρισμα πρόσφατης και σοβαρής μελέτης, που είναι δύσκολο να αμφισβητηθεί.
Μοιράσου στο Google Plus
Αν βρήκατε το άρθρο ενδιαφέρον, κάντε κλικ εδώ

Για γρήγορη και άμεση ενημέρωση ακολουθείστε μας στο Twitter και στο Google+.

loading...