Οι στρεβλώσεις που κρατούν στα ύψη τις τιμές

Βασικά προϊόντα πωλούνται σήμερα σε υψηλότερες τιμές από αυτές που είχαν προ κρίσης. Οι στρεβλώσεις στην αγορά και το μπαράζ αυξήσεων στους φόρους. Σε ρόλο… κομπάρσου το παρατηρητήριο τιμών. Ποια είναι τα ανεκμετάλλευτα περιθώρια κινήσεων.

Σταμάτης Ζησίμου


Σε ... «μηδέν εις το πηλίκον» μεταφράζεται στην πραγματικότητα για τις τσέπες της συντριπτικής πλειονότητας των Ελλήνων καταναλωτών ο αποπληθωρισμός που καταγράφει εδώ και 44 μήνες η ελληνική οικονομία.

Κάθε μήνα, τα τελευταία τρεισήμισι και πλέον χρόνια, η ανακοίνωση των αποπληθωριστικών τάσεων από την Ελληνική Στατιστική Αρχή εκλαμβάνεται από τους καταναλωτές ως ένα «άχαρο αστείο» καθώς όσο και να φαίνεται στατιστικώς ότι «πέφτουν» οι τιμές, σε βασικά είδη όχι μόνο δεν υποχωρούν ανάλογα αλλά σε κάποιες περιπτώσεις αυξάνονται.

Την ίδια στιγμή, ο καταναλωτής είναι ανενημέρωτος, καθώς το πολυδιαφημιζόμενο «παρατηρητήριο τιμών» μόνο ως τέτοιο δεν λειτουργεί.
Οι αυξήσεις των φόρων

Στο ερώτημα «γιατί οι τιμές δεν πέφτουν», η αγορά απαντά ότι «η ακρίβεια είναι κρατική», επισημαίνοντας ότι οι διαδοχικές αυξήσεις του ΦΠΑ και των λοιπών Ειδικών Φόρων σε συγκεκριμένες κατηγορίες προϊόντων συμβάλλουν, αν όχι στην αύξηση των τιμών, τουλάχιστον στη διατήρησή τους σε υψηλά επίπεδα.

Ουδείς μπορεί να αμφισβητήσει αυτό το επιχείρημα, αρκεί να θυμηθούμε ότι από πέρυσι έως και φέτος πολλά προϊόντα υπήχθησαν στον βασικό συντελεστή ΦΠΑ 23% από 13% ενώ φέτος, από την 1η Ιουνίου, ο συντελεστής αυξήθηκε στο 24%. Ακριβότερο φέτος είναι το πετρέλαιο θέρμανσης, λόγω αύξησης του ΦΠΑ, ενώ των υπόλοιπων καυσίμων ο ΕΦΚ αυξάνεται από το νέο έτος.

Ωστόσο τα στοιχεία δείχνουν πως το πρόβλημα είναι βαθύτερο. Στο τελευταίο δελτίο της ΕΛΣΤΑΤ φαίνεται ότι οι τιμές στην ομάδα «Διατροφή και μη αλκοολούχα ποτά» οι τιμές υποχώρησαν τον Οκτώβριο έναντι του Σεπτεμβρίου, κατά 0,1%. Στην εν λόγω κατηγορία, όμως, από την έναρξη της κρίσης, όπου τα εισοδήματα άρχισαν να κατρακυλούν και η ανεργία να εκτοξεύεται, έχει καταγράψει αύξηση της τάξης σχεδόν του 5%.

Συγκεκριμένα, με βάση τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, στο τέλος του 2015, με έτος σύγκρισης το 2009, η εν λόγω κατηγορία προϊόντων έχει σημειώσει άνοδο 4,83%. Κάθε άλλο παρά μικρή μπορεί να χαρακτηρισθεί η αύξηση σ’ αυτή την κατηγορία, η οποία σχετίζεται κατά κύριο λόγο με είδη πρώτης ανάγκης.

Κατακόρυφη, το ίδιο διάστημα, είναι η αύξηση στην κατηγορία «Αλκοολούχα ποτά και καπνός», η οποία αγγίζει το 33,71%, ενώ σε πολύ ψηλά επίπεδα είναι και το κόστος για τη «Στέγαση», το οποίο αυξήθηκε κατά 21,16%. Απαγορευτικό είναι το κόστος και για τις «Μεταφορές», οι οποίες ανατιμήθηκαν κατά 17,13%, ενώ αύξηση της τάξεως του 3,43% κατέγραψε η κατηγορία «Ξενοδοχεία-Καφέ-Εστιατόρια».

Αντίθετα, πτωτικά έχει κινηθεί η κατηγορία «Εκπαίδευση», με μείωση της τάξεως του 9,82%, η «Αναψυχή, πολιτιστικές δραστηριότητες», με μείωση 7,39%, τα «Διαρκή αγαθά, είδη νοικοκυριού και υπηρεσίες» κατά 6,36%, η «Ενδυση και υπόδηση» με μείον 3,95%, η «Υγεία» με μείον 2,95%, τα «Άλλα αγαθά και υπηρεσίες» με μείον 3,39% και οι «Επικοινωνίες» με 1,59%.
Αδύναμος ο καταναλωτής

Είτε η ακρίβεια είναι "κρατική" είτε αυτή προέρχεται από τις στρεβλώσεις στον ανταγωνισμό, χαμένος είναι ο καταναλωτής, ο οποίος δεν έχει το περιθώριο αντίδρασης. Όσοι μιλάνε για τη ανάγκη δημιουργίας ενός ισχυρού καταναλωτικού κινήματος το οποίο θα έθετε όρια στην αγορά έχουν μόνο εν μέρει δίκιο, καθώς το άναρχο πλαίσιο στηρίζεται από την κρατική διοίκηση.

Ακόμα και τα μέσα που παρέχει το κράτος για την ενημέρωση των πολιτών, όπως π.χ. το παρατηρητήριο τιμών του υπουργείου Οικονομίας και Ανάπτυξης, είναι αναποτελεσματικά. Παρά το γεγονός ότι το παρατηρητήριο λειτουργεί εδώ και χρόνια, η χρηστικότητά του χαρακτηρίζεται μηδαμινή για τους καταναλωτές κι αυτό διότι είναι δυσλειουργικό.

Η δυσλειτουργικότητά του οδήγησε τους αρμόδιους να το επανασυστήσουν, ωστόσο, μετά από αρκετούς μήνες κατά το οποίο ήταν εκτός λειτουργίας, το «νέο» παρατηρητήριο που τέθηκε εδώ και λίγες ημέρες σε δοκιμαστική λειτουργία είναι εξίσου δύσχρηστο με το προηγούμενο. Κάθε άλλο παρά ως έγκυρο σύστημα ενημέρωσης μπορεί να χαρακτηρισθεί. Αντί άλλης επισήμανσης, αξίζει μια επίσκεψη στο "νέο" παρατηρητήριο τιμών (http://www.e-prices.gr), για να διαπιστώσει ο καθένας τη χρησιμότητά του...
Πολιτική ολιγωρία

Το θέμα των τιμών -σε θεωρητικό πάντα επίπεδο- προβλημάτιζε τις ηγεσίες του υπουργείου Οικονομίας και Ανάπτυξης, οι οποίες ωστόσο δεν μπόρεσαν να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα. Ανεξαιρέτως, κυβέρνησης, οι επικεφαλής του υπουργείου υπογραμμίζουν ότι την ευθύνη για την ακρίβεια την έχει το υπουργείο Οικονομικών και η αγορά -και όχι αυτό...

Για την πολιτική του υπουργείου Οικονομικών, ισχυρίζονται ότι δεν μπορεί να υπάρξει καμία παρέμβαση. Ούτε όμως, όπως υποστηρίζουν, μπορούν να παρέμβουν νομοθετικά στην αγορά, διότι έχει παρέλθει η εποχή των... αστυνομικών μέτρων. Η μείωση των τιμών, λένε, θα πρέπει να προέλθει από τη διαμόρφωση ενός πλαισίου ομαλής λειτουργίας της αγοράς, το οποίο θα βασίζεται στους κανόνες του υγιούς ανταγωνισμού.

Πράγματι αστυνομικά μέτρα δεν μπορούν να ληφθούν σε μια ελεύθερη αγορά, ωστόσο, υπάρχουν δυνατότητες παρέμβασης, οι οποίες όμως δεν αξιοποιούνται. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι μια διαχρονική εξαγγελία είναι η θεσμοθέτηση της υποχρέωσης αναγραφής των καθαρών τιμών επί των τιμολογίων στις συναλλαγές μεταξύ προμηθευτών και λιανεμπόρων. Ωστόσο, καμία κυβέρνηση δεν το προχώρησε, φοβούμενη τις αντιδράσεις μέρους, και όχι του συνόλου, της αγοράς.

Το θέμα αυτό έθεσε με επιτάσεως πριν λίγες ημέρες ο Σύνδεσμος Βιομηχάνων Βορείου Ελλάδος (ΣΒΒΕ), ο οποίος, με αφορμή τις πιέσεις που δέχονται μέλη να προχωρήσουν σε μεγαλύτερες εκπτώσεις έναντι του λιανεμπορίου λόγω της υπόθεσης-κούρεμα των υποχρεώσεων της Μαρινόπουλος, ζητεί από την κυβέρνηση να θέσει τέλος στο άναρχο τοπίο της αγοράς.

Επισημαίνει μάλιστα ότι το εν λόγω θέμα αποτελεί ευκαιρία, ούτως ώστε να ληφθούν επιτέλους τα απαιτούμενα μέτρα και να επανεξεταστεί το καθεστώτος των συναλλαγών ανάμεσα στις εταιρίες μεταποίησης και του λιανεμπορίου, το οποίο θα πρέπει να διέπεται από τις ακόλουθες αρχές:

- οι τιμές πώλησης των προμηθευτών να πραγματοποιούνται στην καθαρή τιμή, ενώ οι λοιπές παροχές να προσδιορίζονται σε συγκεκριμένο ποσοστό επί του κύκλου εργασιών και να εμφανίζονται σε ενιαίο τιμολόγιο, και,

- οι πληρωμές των προϊόντων να συνάδουν με τη φύση τους (π.χ. ευπαθή προϊόντα έναντι αυτών μεγάλης διάρκειας) και να γίνονται εντός των χρονικών ορίων που θέτει η Ευρωπαϊκή Ένωση, με τη θέσπιση ποινικών ρητρών για τις εκπρόθεσμες πληρωμές.
Αθέμιτες εμπορικές πρακτικές

Ουσιαστικά, αυτό που καταγγέλλει ο ΣΒΒΕ αφορά μια αθέμιτη εμπορική πρακτική στις οποίες η ελληνική αγορά είναι συνηθισμένη. Τόσο στο υπουργείο Οικονομίας και Ανάπτυξης, όσο και στην Επιτροπή Ανταγωνισμού αλλά και στο σύνολο της αγοράς, είναι διάχυτη η αίσθηση ότι η αγορά σε ένα μεγάλο βαθμό κατακλύζεται από αθέμιτες πρακτικές. Δυστυχώς, ωστόσο, είναι δύσκολο να αποδειχθούν στην πράξη οι περισσότερες από τις πρακτικές αυτές, καθώς οι επιχειρήσεις λαμβάνουν τα μέτρα τους για να μη γίνουν αντιληπτές.

Οι πιο διαδομένες στρεβλώσεις του ανταγωνισμού, όπως έχει διαπιστώσει η Επιτροπή Ανταγωνισμού, είναι οι εξής:

1. Οριζόντιες συμπράξεις μεταξύ προμηθευτών ή αγοραστών. Πρόκειται για συμφωνίες μεταξύ των ανταγωνιστών για τον καθορισμό των τιμών, τον περιορισμό της παραγωγής και τον καταμερισμό της αγοράς. Η συγκεκριμένη πρακτική έχει ως αποτέλεσμα τη διατήρηση των τιμών σε υψηλά επίπεδα.

2. Κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης -αποκλειστικότητα. Πρόκειται για συμβατικές ρήτρες αποκλειστικότητας και παροχής οικονομικών κινήτρων για την εξασφάλιση αποκλειστικότητας (π.χ. εκπτώσεις πίστης, εκπτώσεις στόχου, δωρεάν παροχές). Το αποτέλεσμα αυτής της πρακτικής είναι ο αποκλεισμός των προμηθευτών που ανταγωνίζονται τη δεσπόζουσα επιχείρηση.

3. Στρατηγικές συμμαχίες αγοραστών. Πρόκειται για συμφωνίες που συνάπτονται μεταξύ ανταγωνιζόμενων αγοραστών με σκοπό την από κοινού αγορά ορισμένων εισροών. Η συγκεκριμένη πρακτική αποτελεί ένα μέσο για τον αποκλεισμό της πρόσβασης ανταγωνιστών σε βασικές εισροές υπό ανταγωνιστικές συνθήκες, αθέμιτη συνεργασία μεταξύ ανταγωνιστών στις αγορές επόμενων σταδίων.

4. Εφαρμογή προκαθορισμένων τιμών λιανικής. Πρόκειται για περιορισμό της δυνατότητας του μεταπωλητή να προσδιορίσει την τιμή πώλησης για τους τελικούς καταναλωτές (καθορισμός τιμών μεταπώλησης), με αποτέλεσμα να υπάρχει περιορισμός του ανταγωνισμού ως προς τις τιμές.

5. Προώθηση συγκεκριμένου σήματος. Αποτελεί την υποχρέωση ή πρόγραμμα παροχής κινήτρων που αναγκάζει τον αγοραστή να καλύπτει σχεδόν το σύνολο των αναγκών του σε μια συγκεκριμένη κατηγορία με αγορές από έναν μόνο προμηθευτή για δεδομένο χρονικό διάστημα. Εχει ως αποτέλεσμα τον περιορισμό του ανταγωνισμού μεταξύ των σημάτων (διασηματικού ανταγωνισμού) εντός των καταστημάτων και/ή αποκλεισμός της αγοράς σε ανταγωνιζόμενους και δυνητικούς προμηθευτές

6. Προϊόντα ιδιωτικού σήματος. Πρόκειται για τα προϊόντα που κατασκευάζονται από τρίτους σε προηγούμενα στάδια της αλυσίδας προσφοράς και πωλούνται με το σήμα άλλων λιανοπωλητών. Η συγκεκριμένη πρακτική μπορεί να οδηγήσει στον πιθανό περιορισμό προμηθευτών ανταγωνιζόμενων προϊόντων και τον περιορισμό του διασηματικού ανταγωνισμού εντός των καταστημάτων.

7. Δικαιώματα εισόδου (Entry/listing fees). Πρόκειται για τα ποσά που απαιτούν ορισμένες αλυσίδες σούπερ μάρκετ προκειμένου να τοποθετήσουν ή να τοποθετήσουν σε προνομιακή θέση τα προϊόντα του προμηθευτή. Τα ποσά αυτά εμφανίζονται ως προωθητικές ενέργειες ή χορηγούνται χωρίς παραστατικά (φορολογική παράβαση). Η συγκεκριμένη πρακτική οδηγεί στον αποκλεισμό των ανταγωνιζόμενων προμηθευτών.

8. Οι συμφωνίες αποκλειστικής προμήθειας. Πρόκειται για την άμεση ή έμμεση υποχρέωση που οδηγεί έναν προμηθευτή να πωλεί μόνο σε έναν αγοραστή, με αποτέλεσμα να αποκλείονται άλλοι αγοραστές.

9. Οι ενδοομιλικές συναλλαγές (tranfer pricing). Πρόκειται για τις συναλλαγές που πραγματοποιούνται μεταξύ του ίδιου ομίλου επιχειρήσεων και που αποσκοπούν στη χειραγώγηση των τιμών αλλά και στη φορολόγηση των κερδών εκτός των ελληνικών συνόρων.
Εκτός ελέγχου το transfer pricing

Οι παραβάσεις μέσω των ενδοομιλικών συναλλαγών αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα δεν ελέγχονται. Το νομοθετικό πλαίσιο είναι ασαφές και πλέον η εποπτεία των "ελέγχων" από το 2013 έχει μεταφερθεί στο υπουργείο Οικονομικών, αντί του υπουργείου Ανάπτυξης που επόπτευε τον τομέα και κατά καιρούς επέβαλε κάποια πρόστιμα. Γνώστες του θέματος επισημαίνουν ότι μέσω του transfer pricing, πολλές επιχειρήσεις είτε φοροδιαφεύγουν, είτε πωλούν ακριβότερα στην Ελλάδα σε σχέση με τις υπόλοιπες χώρες που δραστηριοποιούνται.

Οι κυριότερες βασικές παραβάσεις που παρατηρούνται στις ενδοομιλικές συναλλαγές είναι οι εξής:

- Θυγατρικές αγοράζουν από τις μητρικές τους σε υψηλές τιμές προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας. Οι τιμές είναι "φουσκωμένες" έτσι ώστε να παρουσιάζουν μεγάλο κόστος και να αποφεύγουν τη φορολόγηση κερδών στην Ελλάδα.

- Μια θυγατρική λιανικής προχωράει σε ειδική συμφωνία αγοράς προϊόντων από θυγατρική προμηθευτικής. Παράλληλα, συμφωνία κάνουν και οι μητρικές σε παγκόσμιο επίπεδο. Όμως το όφελος δεν αποδίδεται στη θυγατρική λιανικής αλλά στη μητρική της εταιρεία.

- Τέχνασμα αποτελούν και τα υψηλά δικαιώματα χρήσης σημάτων που χρεώνουν οι μητρικές εταιρείες τις θυγατρικές. Οι χρεώσεις είναι υψηλές έτσι ώστε να αποφεύγουν τη φορολόγηση στη χώρα μας, εμφανίζοντας υψηλό κόστος.

- Ένα ακόμα κόλπο είναι ο δανεισμός με υψηλό κόστος των θυγατρικών από τις μητρικές εταιρείες. Με αυτό τον τρόπο δικαιολογούνται αφενός αρνητικά οικονομικά αποτελέσματα και αφετέρου οι αυξημένες τιμές των προϊόντων τους.

- Κάποιες εταιρείες εμφανίζουν για πολλά χρόνια ζημίες και προβλήματα ρευστότητας. Με αυτό το τέχνασμα, τα κέρδη τους μεταφέρονται σε άλλες χώρες όπου δραστηριοποιούνται με χαμηλότερους συντελεστές φορολόγησης.

Μοιράσου στο Google Plus
Αν βρήκατε το άρθρο ενδιαφέρον, κάντε κλικ εδώ

Για γρήγορη και άμεση ενημέρωση ακολουθείστε μας στο Twitter και στο Google+.

loading...