Πως η φορολογία σαμποτάρει την ανταγωνιστικότητα των Ελληνικών προϊόντων

Του Χρήστου Ποιητή*

Βρίσκεστε μπροστά στο ράφι του supermarket, σε δύο ίδια προϊόντα. Αφού τα επεξεργάζεστε κάποια ώρα διαπιστώνετε ότι είναι πανομοιότυπα. Ελέγχετε τις τιμές τους, το ένα κάνει 6,99 € το άλλο 4,81 €. Προσπαθείτε να εξηγήσετε την διαφορά. Ελέγχετε το βάρος, τα προϊόντα είναι ισοβαρή, ελέγχεται τα ψιλά γράμματα, καμία διαφορά. Ποιο αγοράζετε; Αν απαντήσετε το φτηνότερο, τότε μάλλον αγοράσατε ένα εισαγόμενο και αφήσατε στο ράφι ένα προϊόν Ελληνικής επιχείρησης.

Η απώλεια του τζίρου για τις Ελληνικές επιχειρήσεις δεν έρχεται μόνο από την κρίση που περιόρισε τα εισοδήματα και μίκρυνε τα καλάθια των νοικοκυριών. Τα  Ελληνικά προϊόντα, στο ανταγωνιστικό περιβάλλον, όπως διαμορφώθηκε μέσα από τις συνθήκες της Ευρωπαϊκής Ένωσης αλλά και της συμμετοχής μας στην παγκοσμιοποίηση, έχουν να αντιμετωπίσουν τον ανταγωνισμό με χιλιάδες ομοειδή προϊόντα από διάφορες χώρες, Ευρωπαϊκές ή μη. Τα Ελληνικά προϊόντα, αν και δεν επιβαρύνονται με μεταφορικά έξοδα αφού παράγονται στον τόπο όπου καταναλώνονται, συσσωρεύουν ανταγωνιστικά μειονεκτήματα.

Θελήσαμε να μελετήσουμε τις επιπτώσεις που έχουν οι φορολογικές και ασφαλιστικές επιβαρύνσεις, στην τιμή των Ελληνικών προϊόντων, κάνοντας σύγκριση με κάποια άλλη ανταγωνιστική χώρα. Επιλέξαμε λόγω γειτνίασης, η χώρα αυτή να είναι η Βουλγαρία, επειδή παρουσιάζει πολλές ομοιότητες με την Βόρεια Ελλάδα, ανήκει στην Ευρωπαϊκή Ένωση, εφαρμόζει ίδιες κανονιστικές διατάξεις για ομάδες προϊόντων, ενώ η δαπάνη μεταφοράς των προϊόντων από την Βουλγαρία είναι είτε λίγο ακριβότερη από την μεταφορά προϊόντων στο εσωτερικό της χώρας, είτε η ίδια, είτε λίγο φθηνότερη, ανάλογα από τον τόπο που είναι εγκατεστημένοι ο πωλητής και ο αγοραστής. Θεωρούμε λοιπόν για την προσέγγισή μας, ότι δεν υπάρχει διαφορά στον παράγοντα αυτό και ότι το κόστος επιβάρυνσης των μεταφορικών εξόδων είναι μηδενικό.

Επιλέγουμε λοιπόν δύο ατομικές επιχειρήσεις, η μια εγκαταστημένη στην Ελλάδα και η άλλη εγκαταστημένη στην Βουλγαρία. Υποθέτουμε επίσης ότι αμφότεροι οι επιχειρηματίες επιθυμούν να κερδίζουν καθαρά, μετά την πληρωμή όλων των φόρων και των ασφαλιστικών εισφορών, 1.200 € τον μήνα. Οι δύο επιχειρηματίες επιθυμούν να δουλέψουν με τον ίδιο συντελεστή μικτού κέρδους, 35% και οι δύο επιχειρήσεις πωλούν την ίδια ακριβώς ποσότητα προϊόντων ετησίως, η οποία υποθέτουμε ότι είναι 10.000 τεμάχια αν και δεν έχει απολύτως καμία σημασία όποια ποσότητα και αν επιλέξουμε το αποτέλεσμα θα είναι ακριβώς το ίδιο.


Πίνακας 1- Συγκριτικά αποτελέσματα
Εισάγοντας λοιπόν τα στοιχεία αυτά σε ένα υπολογιστικό φύλλο που δημιουργήσαμε για τις ανάγκες της προσομοίωσης μας, διαπιστώνουμε ότι για να επιτύχουν το επιθυμητό αποτέλεσμα, ο μεν Έλληνας επιχειρηματίας θα πρέπει να πουλάει τα προϊόντα του 6,99 € ο δε Βούλγαρος 4,81 €. Τα αποτελέσματα των υπολογισμών παρατίθενται στον πίνακα 1.

Όπως προκύπτει από τα αποτελέσματα, το Ελληνικό προϊόν είναι στο ράφι με μια τιμή ακριβότερη κατά 45,33% απ’ ότι το αντίστοιχο ανταγωνιστικό του εξωτερικού.

Στην υπόθεσή μας, δεν υπολογίσαμε το κέρδος του λιανοπωλητή. Συνήθως οι λιανοπωλητές και τα σούπερ-μάρκετ εφαρμόζουν κάποιους συντελεστές κέρδους πάνω στην τιμή κόστους, γεγονός που αυξάνει ακόμη περισσότερο την διαφορά της τιμής εις βάρος του Ελληνικού προϊόντος.

Αν επεκτείνουμε την σκέψη μας και θελήσουμε να δούμε την τύχη που θα έχουν τα Ελληνικά προϊόντα στα ράφια ξένων σούπερ-μάρκετ, θα πρέπει να συνυπολογίσουμε τις επιβαρύνσεις από τις διαφορές των εξόδων μεταφοράς και διαχείρισης αποθεμάτων.

Παρά τις αγαθές προθέσεις της κυβέρνησης, κρατικών φορέων και υπηρεσιών, ο τελικός κριτής και αυτός που μπορεί να κάνει την διαφορά είναι ο καταναλωτής του οποίου τα κριτήρια επιλογής προϊόντων είναι συγκεκριμένα και αμείλικτα.

Το απλοϊστικό μας μοντέλο αποδεικνύει ότι οι Ελληνικές επιχειρήσεις δεν έχουν απολύτως καμία τύχη ούτε στην εσωτερική ούτε στις διεθνείς αγορές. Στην πραγματικότητα το κόστος των Ελληνικών προϊόντων επιβαρύνεται από μια σειρά άλλους παράγοντες όπως το χρηματοοικονομικό κόστος, οι τραπεζικές συναλλαγές, το κόστος της ενέργειας, ο γερασμένος μηχανολογικός εξοπλισμός και η μειωμένη παραγωγικότητα, η έλλειψη πόρων για έρευνα και καινοτομία, η υποχρηματοδότηση, η γραφειοκρατία, το εχθρικό επιχειρηματικό περιβάλλον, η δαιμονοποίηση του κέρδους παράγοντες που καθιστούν τα Ελληνικά προϊόντα ασύμφορα, μειώνοντας διαρκώς τις πωλήσεις, συρρικνώνοντας διαρκώς τις Ελληνικές επιχειρήσεις, μειώνοντας διαρκώς τις θέσεις εργασίας και κλείνοντας διαρκώς Ελληνικές επιχειρήσεις.

Το φαινόμενο δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με εκφοβισμούς και με εξορκισμούς της μετανάστευσης των Ελληνικών επιχειρήσεων σε χώρες με ευνοϊκά φορολογικά καθεστώτα. Ακόμα και αν οι Ελληνικές επιχειρήσεις επιλέξουν να παραμείνουν στην Ελλάδα, δεν μπορούν να ανταγωνιστούν τους αλλοδαπούς ανταγωνιστές τους.

Η φορολογική μετανάστευση είναι μονόδρομος για κάποιες επιχειρήσεις, κάποιες άλλες προσπαθούν να συγκεράσουν τα πλεονεκτήματα και να ελαχιστοποιήσουν τα μειονεκτήματα ένθεν κακείθεν. Το σίγουρο είναι ότι λείπει ένα εθνικό σχέδιο ανάπτυξης των Ελληνικών επιχειρήσεων και δημιουργίας θέσεων εργασίας.

* Ο κ. Χρήστος Ποιητής είναι Οικονομολόγος απόφοιτος του Πανεπιστήμιου Μακεδονίας με μακρόχρονη εμπειρία σε θέματα διεθνούς φορολογίας και πολυεθνικών εταιρειών. 

Μοιράσου στο Google Plus
Αν βρήκατε το άρθρο ενδιαφέρον, κάντε κλικ εδώ

Για γρήγορη και άμεση ενημέρωση ακολουθείστε μας στο Twitter και στο Google+.

loading...