Η συνεργασία των ΗΠΑ με τη Ρωσία είναι δυνατή, εξαρτάται όμως από τι θέλει να πετύχει ο Τραμπ

Ο Τραμπ θα πρέπει να σκεφτεί ρεαλιστικά τι θέλει να αποτρέψει η χώρα του και τι θέλει να πετύχει με τη σημερινή ηγεσία της Ρωσίας, χωρίς να θέσει σε κίνδυνο την ειρήνη και ευημερία που απολαμβάνει η Ευρώπη τα τελευταία 71 χρόνια.

Σε μια πρόσφατη συνέντευξή του με τον Χένρι Κίσινγκερ, ο Τζέφρι Γκόλντμπεργκ ρώτησε τον πρώην υπουργό Εξωτερικών και σύμβουλο εθνικής ασφαλείας τι θα συμβούλευε τον νεοεκλεγέντα πρόεδρο να κάνει μόλις αναλάβει την εξουσία. Ο πρόεδρος, απάντησε ο Κίσινγκερ, πρέπει να αναρωτηθεί : «Τι θέλουμε να πετύχουμε, ακόμη κι αν πρέπει να το επιδιώξουμε μόνοι μας; Τι θέλουμε να αποτρέψουμε, ακόμη κι αν πρέπει να το πολεμήσουμε μόνοι μας;» Ο Τραμπ όμως, συνέχισε ο Κίσινγκερ, αναλαμβάνει την προεδρία και σε μια ιδιαίτερα απαιτητική στιγμή της διεθνούς πολιτικής. Με βάση λοιπόν τη ρητορική του νέου προέδρου στη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας, μπορούμε να δώσουμε κάποιες πρώτες απαντήσεις στα ερωτήματα που θέτει ο Κίσινγκερ, ιδιαίτερα σε ό, τι αφορά τη Ρωσία.

Στη διάρκεια της εκστρατείας του, ο Τραμπ κολάκεψε επανειλημμένα τον πρόεδρο Πούτιν. Θα ήταν «ωραία», είπε, αν η Ρωσία και οι Ηνωμένες Πολιτείες «τα πήγαιναν καλά». Θεωρητικά, θα ήταν ευκολότερο για τις ΗΠΑ να πετύχουν μερικούς από τους διεθνείς τους στόχους ? όπως η σταθεροποίηση της Συρίας ή η αποτροπή περισσοτέρων ηλεκτρονικών επιθέσεων εναντίον αμερικανικών οργανισμών ? αν είχαν καλύτερη σχέση με τη Ρωσία. Το ιστορικό είναι πράγματι σεβαστό. Στα τελευταία χρόνια του Ψυχρού Πολέμου, η Ουάσινγκτον συνεργάστηκε με την πρώην Σοβιετική Ένωση σε μια σειρά συμφωνιών για πυρηνικά όπλα, υποστήριξε τη συμμετοχή της Ρωσίας στην G7,της χορήγησε βοήθεια όταν η οικονομία της αντιμετώπιζε κρίση και στήριξε τον πρώτο δημοκρατικά εκλεγμένο ηγέτη της, τον Μπόρις Γιέλτσιν, όταν αντιμετώπισε μια ένοπλη εξέγερση το 1993. Όταν ο Γιέλτσιν προέβαλε αντιρρήσεις στην αμερικανική επέμβαση στη Σερβία, οι ΗΠΑ επιδίωξαν τη συμμετοχή της Ρωσίας στις ειρηνευτικές προσπάθειες στο Κόσοβο. Παρόλο που η Αμερική δεν ήταν πάντα ένας τέλειος εταίρος, δεδομένης και της ψυχροπολεμικής εχθρότητας, οι Αμερικανοί πολιτικοί υποστήριξαν μια μεταρρυθμιστική Ρωσία.

Στη διάρκεια της δεκαετίας του 2000, και όσο ο Βλαντίμιρ Πούτιν ηγείτο της οικονομικής ανάκαμψης της χώρας του, η συνεργασία αυτή συνεχίστηκε. Υπήρχαν βέβαια δυσκολίες. Η Ρωσία αντιτάχθηκε στην επέμβαση στο Ιράκ και επέκρινε την επέκταση του ΝΑΤΟ, υπενθυμίζοντας τις υποσχέσεις που είχαν δοθεί το 1989 στον Μιχαήλ Γκορμπατσόφ. Η προεδρική θητεία του Ντμίτρι Μεντβέντεφ πάντως, από το 2008 ως το 2012, σηματοδοτήθηκε από τη θεαματική βελτίωση των σχέσεων ανάμεσα στις δύο χώρες.

Ο Πούτιν είχε πάντα μια δύσκολη σχέση με τον Μπαράκ Ομπάμα. Η σχέση τους όμως πήρε ακόμη χειρότερη τροπή μετά την επιστροφή του πρώτου στην προεδρία, το 2012. Αυτό που άλλαξε δεν ήταν η αμερικανική πολιτική (η επέκταση του ΝΑΤΟ είχε λάβει τέλος το 2009: πώς θα μπορούσε η Συμμαχία να δικαιολογήσει τη ρωσική επέμβαση στην Ουκρανία πέντε χρόνια αργότερα;), αλλά οι οικονομικές και πολιτικές συνθήκες στη Ρωσία. Λόγω της μείωσης των τιμών των πρώτων υλών, η Ρωσία δεν ευημερούσε πλέον ούτε ήταν πολιτικά σταθερή. Ο Ρώσος πρόεδρος καλλιέργησε έτσι το αφήγημα ότι η χώρα του πολιορκούνταν από μια στρατιωτικοποιημένη Δύση. Και η Ρωσία άρχισε να γίνεται όλο και πιο αυταρχική στο εσωτερικό και όλο και πιο επιθετική στο εξωτερικό. Ο Πούτιν διέλυσε την αντιπολίτευση και αποδυνάμωσε τους θεσμούς, όπως τη Βουλή και τα δικαστήρια, που θα μπορούσαν να ασκήσουν έλεγχο στο σύστημα που είχε οικοδομήσει. Η πρόσφατη σύλληψη του υπουργού οικονομικής ανάπτυξης Αλεξέι Ουλιουκάεφ με πολιτικά υποκινούμενες, καθώς φαίνεται, κατηγορίες για διαφθορά αποτελεί ένδειξη ενός νέου κύματος καταστολής της φιλελεύθερης τάσης στο εσωτερικό της ρωσικής κυβέρνησης και μιας περαιτέρω εδραίωσης της προσωπικής εξουσίας του Πούτιν.

Με αυτά τα δεδομένα, ο Τραμπ πρέπει να σκεφτεί καλά τι θέλει να αποτρέψει στη σχέση του με τον Πούτιν και τι θέλει να πετύχει. Λογικά, θα ήθελε να αποτρέψει έναν πόλεμο με τη Ρωσία για την Ουκρανία, τη Συρία ή τους συμμάχους των ΗΠΑ στη Βαλτική. Η Ουκρανία έχει σημασία για τις Ηνωμένες Πολιτείες, στο βαθμό που θεωρούν ηθική τους ευθύνη να προστατεύουν τα πιο αδύναμα κράτη από επιθέσεις. Η Ρωσία παραβίασε τους διεθνείς νόμους καταλαμβάνοντας την Κριμαία το 2014 και εξακολουθεί να υποστηρίζει τους αντάρτες στα ανατολική. Οι αμερικανικές και ευρωπαϊκές κυρώσεις που επιβλήθηκαν αποσκοπούν στην αποτροπή ανάλογων επιθέσεων σε άλλες χώρες: στον Μόλδοβα, στη Γεωργία, στην Εσθονία, στη Λετονία, στη Λιθουανία, ακόμη και στην Πολωνία. Η διατήρηση των κυρώσεων στέλνει μήνυμα στη Ρωσία ότι οι πράξεις της έχουν συνέπειες.

Τόσο ο Μπαράκ Ομπάμα όσο και ο γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ έχουν εκφράσει την πεποίθησή τους ότι παρά την κριτική που έχει ασκήσει στην Ατλαντική Συμμαχία, ο Ντόναλντ Τραμπ θα τηρήσει τις δεσμεύσεις της χώρας του. Η συνεργασία με τη Ρωσία είναι επιθυμητή, δυνατή και, πράγματι, «ωραία» και για τις δύο πλευρές. Αλλά ο Τραμπ θα πρέπει να σκεφτεί ρεαλιστικά τι θέλει να αποτρέψει η χώρα του και τι θέλει να πετύχει με τη σημερινή ηγεσία της Ρωσίας ? χωρίς να θέσει σε κίνδυνο την ειρήνη και ευημερία που απολαμβάνει η Ευρώπη τα τελευταία 71 χρόνια.


Πηγή: The Atlantic, της Κάθριν Στόουνερ (πολιτική επιστήμων και καθηγήτρια στο Stanford University).
Μοιράσου στο Google Plus
Αν βρήκατε το άρθρο ενδιαφέρον, κάντε κλικ εδώ

Για γρήγορη και άμεση ενημέρωση ακολουθείστε μας στο Twitter και στο Google+.

loading...