Οι κυβερνήσεις σπάνε και καίνε στα Πολυτεχνεία


Σε όχι πολύ παλιότερες εποχές, που οι μπαχαλάκηδες δεν ήταν περισσότεροι από 300-500, ειδικές μονάδες της αστυνομίας συμμετείχαν μαζί τους ως ροπαλοφόροι και καταστροφείς στα επεισόδια διαδηλώσεων και πορειών για να αποθαρρύνονται οι νοικοκυραίοι να κατεβαίνουν σε συλλαλητήρια. Το κράτος δεν τα θέλει αυτά. Εδώ και 2-3 χρόνια οι μπαχαλάκηδες είναι πάνω από 3.000. Και δε χρειάζονται την αστυνομία για να τα σπάνε. Πολύ περισσότερο που οι πιο πολλοί συγγενεύουν με το κυβερνόν κόμμα.

Κι αυτό το τελευταίο είναι από τις βασικές αιτίες της δήθεν ανοχής της κυβέρνησης σε κάθε καταστροφική επιδρομή του αυτοεπωνομαζόμενου αναρχοαυτόνομου χώρου. Είτε αυτή γίνεται στην Αθήνα, είτε στη Θεσσαλονίκη, είτε οπουδήποτε αλλού. Επειδή το ποιος τα σπάει είναι γνωστό και στην κυβέρνηση και στην αστυνομία με ονοματεπώνυμα.

Στο ερώτημα, λοιπόν, γιατί η αστυνομία δεν κάνει τη δουλειά της να υπερασπίζεται το δημόσιο χώρο και τη δημόσια περιουσία η απάντηση είναι απλή. Γιατί δε θέλουν οι πολιτικοί της προϊστάμενοι.

Και για να βάλουμε τα πράγματα στη θέση τους και με το όνομά τους, καθένας έχει δικαίωμα να πιστεύει αυτό που θέλει και να προσπαθεί αυτό που πιστεύει να το εμπνεύσει και σε άλλους. Μ αυτή την έννοια ο συγκεκριμένος αναρχοαυτόνομος χώρος – γιατί υπάρχει κι άλλος αναρχικός χώρος που διαφωνεί σφόδρα με τις πρακτικές του μπάχαλου- έχει δικαίωμα να θέλει να διαλύσει το αστικό κράτος και να καταστρέψει ό,τι αποτελεί δημιούργημά του.

Από την άλλη πλευρά, το αστικό κράτος και οι πολίτες που το πιστεύουν έχουν δικαίωμα να υπερασπιστούν την ύπαρξή του. Επειδή μάλιστα είναι και το πλειοψηφικά κυρίαρχο σώμα και έχει τη βία με το μέρος του με τη μορφή των νόμων και των εξουσιών, έχει αναλάβει και υποχρεώσεις απέναντι στους πολίτες που αντιπροσωπεύει.

Μια από αυτές τις υποχρεώσεις είναι η υπεράσπιση της δημόσιας περιουσίας. Της περιουσίας δηλαδή που ανήκει σε όλους τους πολίτες και την οποία πληρώνουν όλοι οι πολίτες με τους φόρους τους για να υπάρχει. Η υπεράσπιση αυτή γίνεται από την κυβέρνηση, τους δικαστές και την αστυνομία.

Αυτές είναι με λίγα λόγια οι παραταγμένες δυνάμεις και το περίγραμμά τους για να μην πολυλογούμε. Πρόκειται για έναν πόλεμο, που αφού τον διεξάγει κανείς έχει την ελπίδα να νικήσει, αλλά έχει αναλάβει και το ρίσκο να χάσει. Κι άμα χάσει δεν υπάρχουν περιθώρια δικαιοσύνης και ελέους. Η σύγκρουση είναι μετωπική.

Στην περίπτωση αυτού του κρατικού μορφώματος που λέγεται Ελλάδα αυτοί οι όροι είναι σαθροί. Για τον απλούστατο λόγο ότι οι συγκρουόμενες δυνάμεις… διαπλέκονται! Και διαπλέκονται γιατί, όπως είπα και στην αρχή, εδώ και χρόνια η αστυνομία χρησιμοποιούσε τους λίγους μπαχαλάκηδες για να κάνει την εκφοβιστική δουλειά της προς το λαό, συμμετέχοντας μαζί τους στα έκτροπα. Τους έχουμε δει να το κάνουν και τους έχουν δει και οι αναγνώστες και οι τηλεθεατές από τις κάμερες των ρεπόρτερς.

Εδώ και 2-3 χρόνια, με τη διάλυση των ιδεολογιών της αριστεράς στην πράξη και με τη διάχυση της αμορφωσιάς και της απελπισίας στο λαό, οι μπαχαλάκηδες έχουν πληθύνει πολύ. Και η βία τους δε χρειάζεται πιά την αστυνομία για να είναι εκτεταμένη και εκφοβιστική. Κάνουν μια χαρά τη δουλειά του κράτους να αποθαρρύνουν το λαό από το να κατέβει σε διαδηλώσεις.

Στην πραγματικότητα πρόκειται στην πλειοψηφία τους για ανεγκέφαλα παιδάκια χωρίς ιδεολογικό υπόβαθρο, συχνά πρεζόνια, ένα συνονθύλευμα λούμπεν, υπό την καθοδήγηση συγκεκριμένων «μπαρμπαναυτάδων» του περιθωριακού χώρου, που δεν ανήκει στην ιδεολογική αναρχία. Ανήκει στο χαβαλέ. Επειδή, η ιδεολογική αναρχία επικεντρώνεται σε πολιτική δουλειά εκτός από την praxis, ενώ τα μπάχαλα απλώς τα σπάνε για χαβαλέ, όπως τα έσπαγαν κάποτε οι Έλληνες στα μπουζούκια. Είναι ένα παιχνίδι αδρεναλίνης. Με ξένα χρήματα.

Σ αυτό το περιβάλλον έχει αποκτήσει υπόσταση και η υπεράσπιση απ αυτούς της περιοχής των Εξαρχείων ως δικαίωμα σε αυτόνομη περιοχή, όπου πολλοί από τους νόμους οφείλουν να μην ισχύουν με το επιχείρημα ότι «ο λαός μπορεί να αυτοδιαχειριστεί τις γειτονιές του».

Σ αυτό το πλαίσιο εξελίσσεται εδώ και ένα χρόνο περίπου μια διαρκής σύγκρουση με την αστυνομία, που φτάνει μέχρι την Πατησίων, ως σύνορο του ιδιότυπου κράτους, που περιλαμβάνει και τα κτήρια του Πολυτεχνείου!

Υπάρχει πολιτική δουλειά πίσω απ όλα αυτά; Όχι. Κοινωνική συγκρότηση όπως σε κείνες τις περιοχές της Σκανδιναβίας που λειτουργούν κοινωνικά αυτόνομες από το επίσημο κράτος; Όχι. Πρόκειται για στεγνό τσαμπουκά και μπάχαλο.

Ο οποίος δε γίνεται χάρη στη γενναιότητα και την αυτοθυσία των τσαμπουκαλεμένων, αλλά, χάρη στην ασυλία που τους παρείχε το κράτος παλιότερα για να τους χρησιμοποιεί και χάρη στην ασυλία που τους παρέχει το σημερινό κράτος επειδή μερικοί είναι κομμάτια του. Είναι διαπλεκόμενα κομμάτια με το κυβερνητικό κόμμα, που δεν έχει καμιά διάθεση να αντιπαρατεθεί μαζί τους. Είναι αίμα του.

Το κράτος, απλώς δίνει στους μπαχαλάκηδες μονάδες της αστυνομίας να καταναλώσουν και να παίξουν μαζί της για συγκεκριμένες μέρες και ώρες ώστε να κάνει τη δουλειά του. Ή να νομίζει ότι κάνει τη δουλειά του. Χωρίς αξιόλογες απώλειες και από τις δύο πλευρές. Είναι ένα «μιλημένο» παιχνίδι.

Εδώ μπαίνει, όμως, και ένας άλλος παράγοντας. Όλη αυτή η ιστορία γινόταν παλιότερα, όπως είπα με τις πλάτες μονάδων της αστυνομίας, δηλαδή με τις πλάτες του κράτους, ενώ τώρα γίνεται πάλι με την ανοχή της αστυνομίας, δηλαδή πάλι με τις πλάτες του κράτους!

Τι σόϊ εχθρός του κράτους είσαι όταν όλη σου η ύπαρξη στηρίζεται στις πλάτες του κράτους είναι ένα ερώτημα, που δε χρειάζεται απάντηση. Δεν είσαι εχθρός κανενός κράτους. Απλώς είσαι όργανό του για να διατηρήσεις τη ζωή που έχεις χτίσει και τα πελατάκια σου, στα οποία ασκείς εξουσία. Η συνέχιση στην άσκηση εξουσίας είναι το ζητούμενο από τους δήθεν αντιεξουσιαστές, που είναι οι πιο εξουσιομανείς από τους εξουσιαστές.

Το ερώτημα, λοιπόν, γιατί η κυβέρνηση αυτή, όπως και οι προηγούμενες, δεν προστατεύει τη δημόσια περιουσία από τα μπάχαλα έχει μία κοινή απάντηση: Γιατί δε θέλει.

Η δεύτερη απάντηση είναι ακόμα πιο βαθειά: Γιατί δεν πληρώνει αυτή τις βλάβες στη δημόσια περιουσία. Τις πληρώνει ο ηλίθιος λαός. Ηλίθιος, γιατί έτσι τον βλέπουν και ως τέτοιον του συμπεριφέρονται οι κυβερνήσεις.

Οι πόλεις και τα πανεπιστήμια και τα δημόσια κτήρια στη Θεσσαλονίκη (πριν από μήνες με τους δήθεν αλληλέγγυους), στα Γιάννενα, στην Αθήνα σπάζονται και καίγονται

και ο λογαριασμός πηγαίνει στη φορολογία των πολιτών. Ενώ αν πήγαινε κατ ευθείαν να πληρωθεί από τη μισθοδοσία των πρωθυπουργών και των υπεύθυνων υπουργών όλα θα λειτουργούσαν ρολόϊ και δεν θα πλήρωνε ο φορολογούμενος κάθε τρείς και δύο τις ζημιές στα πανεπιστήμια, που δεν έχουν ούτε χαρτί στις τουαλέτες τους από τα κομμένα κονδύλια λόγω λιτότητας.

Κονδύλια για τα εκατομμύρια τις ζημιές από τη διαπλοκή του μπάχαλου με την κυβέρνηση έχουν, όμως. Από τις τσέπες του γνωστού υποζύγιου. Το οποίο, ως λαό, δεν τον βρίζουν κατ ιδίαν με περιφρόνηση μόνο οι κυβερνήτες, αν δεν το ξέρετε. Τον βρίζουν με περιφρόνηση και τα μπάχαλα. Αφού, στο μεταξύ τους πληρώνει αδιαμαρτύρητα τη διαβίωση.

Γιατί κανείς δεν υπερασπίζεται τη δημόσια περιουσία; Την περιουσία του λαού; Γιατί δεν υπάρχει εν ενεργεία λαός. Μόνο υπήκοοι.

Γ Παπαδόπουλος-Τετράδης


Μοιράσου στο Google Plus
Αν βρήκατε το άρθρο ενδιαφέρον, κάντε κλικ εδώ

Για γρήγορη και άμεση ενημέρωση ακολουθείστε μας στο Twitter και στο Google+.

loading...