Η σημασία του σκακιστή στην παγκόσμια διπλωματία: Ρωσία vs ΗΠΑ

Γράφει ο Γεώργιος Αϊβαλιώτης
Αναλυτής γεωστρατηγικής και γεωπολιτικής ασφάλειας


Είναι γνωστό πως καθημερινά δεκάδες μεταγωγικά αεροσκάφη προσγειώνονται στη Δαμασκό και την αεροπορική βάση Hmeymin της Συρίας, προερχόμενα από τη Ρωσία. Αυτά τα αεροσκάφη δε μεταφέρουν μόνο υλικά και οπλισμό, αλλά πολλές φορές και αξιωματούχους οι οποίοι αποτελούν συνδέσμους του συριακού καθεστώτος και της Μόσχας. Ένα τέτοιο αεροσκάφος από τη Μόσχα προσγειώθηκε στις 17/09/16 με επιβάτες 8 αξιωματούχους των ρωσικών Υπουργείων Εξωτερικών και Άμυνας, οι οποίοι μετέφεραν έγγραφα που θα μπορούσαν, εν δυνάμει, να αλλάξουν την πολιτική σκηνή της περιοχής κάποια ημέρα.

Τα έγγραφα αυτά περιελάμβαναν ένα προτεινόμενο μνημόνιο, στο οποίο αναφέρεται το ενδεχόμενο χορήγησης από το συριακό καθεστώς ενός ειδικού status στους Σύριους Κούρδους. Η ρωσική αντιπροσωπία είχε ως αποστολή (;) την επίλυση του κουρδικού ζητήματος στη Συρία, που προέβλεπε την αποδοχή από όλα τα εμπλεκόμενα μέρη του μνημονίου αυτού. Ωστόσο, αυτό από μόνο του αποτελεί μία ουτοπία στη σημερινή συριακή πραγματικότητα, όπου ο Assad έχει καταλήξει να νοιώθει πιο οικεία με τον τούρκο ομόλογό του, παρά με τους κούρδους αντιπροσώπους…

Ο S. GEDO, Γ.Γ. του «DEMOCRATIC PARTY OF SYRIAN KURDS», συμμετείχε στην εν λόγω συνάντηση. Όπως προέκυψε το συριακό καθεστώς ήταν κάθετο και δεν αποδέχτηκε την προτεινόμενη συμφωνία, διότι θεωρεί ότι θα διαιρέσει τη χώρα. Η Δαμασκός σε καμία περίπτωση δε συμφωνεί, επί του παρόντος, να ξεκινήσει διάλογο για μια αυτόνομη κουρδική διοίκηση, κάτι το οποίο θα οδηγούσε σε έναν διπλωματικό εκβιασμό για έναρξη συνομιλιών και με την πλευρά των αντικαθεστωτικών. Οι Κούρδοι από την πλευρά τους αποδέχθηκαν την ρωσική πρόταση με χαρά και απλά πρότειναν κάποιες συμπληρωματικές προτάσεις.

Ωστόσο, έχει σημασία να δούμε τι περιελάμβανε το ρωσικό μνημόνιο:


1. Συνταγματική αναγνώριση των πολιτικών δικαιωμάτων του κουρδικού λαού και ταυτόχρονα αναγνώριση των δικαιωμάτων άλλων εθνικών μειονοτήτων. Το σημείο αυτό δείχνει πως η Ρωσία επιχειρεί να αναγνωριστούν μειονότητες στη Συρία, επαναλαμβάνοντας ουσιαστικά το σεκταριστικό παρελθόν της Συρίας, με μία πιο φιλελεύθερη μορφή. Αυτή η πρόταση περισσότερο αποσκοπεί στην επίδειξη καλής θέλησης προς τη Δύση, η οποία πιέζει τη Ρωσία να επιδείξει την ίδια ενεργητικότητα, που διαθέτει στα πεδία των μαχών και στο διπλωματικό τραπέζι. Εξάλλου η αποδοχή αυτού του σημείου εξασφαλίζει την ύπαρξη αδιαίρετης Συρίας, υπό το ίδιο πολιτικό καθεστώς, αλλά με πολλαπλασιασμό των καντονιών. Ο Assad είναι αδύνατο να αποδεχτεί κάτι τέτοιο, αφού η εξουσία του θα περιοριζόταν δραματικά, όντα πλέον Πρόεδρος με σχεδόν διακοσμητικό χαρακτήρα.

2. Αναγνώριση του δημοκρατικά αυτοδιοικούμενου συστήματος των καντονιών (Kobani, Afrin και Jazeera που ελέγχονται επί του παρόντος από τους Κούρδους), αναγνώριση ότι τα μέλη αυτού του συστήματος εκπροσωπούν τα δικαιώματα όλων των εθνικών και θρησκευτικών ομάδων στις περιοχές αυτές καθώς και αποδοχή όλων των αποφάσεων που λαμβάνει το νομοθετικό συμβούλιο αυτών των καντονιών. Το δεύτερο σημείο του μνημονίου, αναγνωρίζει ουσιαστικά το εγχείρημα της Rojava. Ο Assad παρά το γεγονός ότι είχε αναγνωρίσει στο παρελθόν τα κουρδικά καντόνια, δε μπορεί να συμφωνήσει στην επέκταση των κουρδικών εξουσιών. Επίσης αυτοί που είναι κάθετοι σε αυτό το σημείο είναι οι Τούρκοι και οι αντιπολιτευόμενες δυνάμεις, που δεν επιθυμούν την πλήρη αυτοδιοίκηση των Κούρδων, χωρίς τη συμμετοχή άλλων πληθυσμών στις περιοχές τους. Ουσιαστικά τα κουρδικά καντόνια αναγνωρίζονται ως ο προπομπός μίας κουρδικής οντότητας και οι Κούρδοι αποκτούν πολιτικά δικαιώματα επί όσων διαβιούν στις περιοχές τους, οι οποίες είναι άγνωστο τι έκταση θα διαθέτουν την επόμενη ημέρα, μετά και τις στρατιωτικές τους επιτυχίες εναντίον των τζιχαντιστών.

3. Αναγνώριση των μονάδων ασφαλείας και της «ASAYISH (κουρδική αστυνομία) ως νόμιμες στρατιωτικές δυνάμεις. Η αναγνώριση του δικαιώματος διάθεσης δυνάμεων ασφαλείας θυμίζει εν πολλοίς τη λύση του Κοσσόβου. Νομοτελειακά κάποια στιγμή αυτές οι δυνάμεις θα αναγνωριστούν ως στρατιωτικές και εν τέλει θα αποτελούν εργαλείο για την αυτονομία των καντονιών.

4. Σχηματισμός αντιπροσωπιών από τα δύο εμπλεκόμενα μέρη, ήτοι του εν λόγω αυτοδιοικούμενου συστήματος και του συριακού καθεστώτος, με σκοπό τον συντονισμό των σχέσεων μεταξύ των καντονιών και της Δαμασκού. Σε αυτό το σημείο βλέπουμε τη ρωσική θεώρηση για τη δημιουργία ενός ομόσπονδου κράτους με ένα κεντρικό όργανο λήψης αποφάσεων αποτελούμενο από αντιπροσώπους όλων των καντονιών (κουρδικών και μη) που ονειρεύονται.

5. Αλλαγή του ονόματος «Αραβική Δημοκρατία της Συρίας» σε «Δημοκρατία της Συρίας» καθώς και τον σχηματισμό μιας Κυβέρνησης που θα βασίζεται σε ένα ομοσπονδιακό σύστημα. Σε αυτό το σημείο η Ρωσία θέτει ένα ζήτημα taboo για τη Μέση Ανατολή. Συρία και Λίβανος είναι δύο χώρες, ιδιαίτερα σημαντικές για τον αραβικό κόσμο, καθώς αποτελούν, περισσότερο, την είσοδο από τη Μεσόγειο προς αυτόν. Οι ίδιοι οι πολίτες, ανεξαρτήτου αντιμαχόμενης πλευράς, βλέπουν τον εαυτό τους περισσότερο ως Άραβες, παρά ως , μέρος ενός ευρύτερου συριακού έθνους, όπως ορίζουν και τα κινήματα του Αραβικού Σοσιαλισμού, μετέπειτα Μπααθισμού, τον οποίο πρεσβεύει το καθεστώς και του Παναραβισμού, ο οποίος διαμορφώνει την πολιτική κουλτούρα της Μέσης Ανατολής από τη λήξη του Α΄ ΠΠ. Οι αραβικές δυνάμεις, υπό το φόβο της «φιλοισραηλινής» Δύσης (σ.σ. όπως την θεωρούν οι ίδιοι) και του ίδιου του Τελ Αβίβ δέχτηκαν την ανεξαρτησία της Συρίας, υπό τον όρο ότι η ονομασία αυτής θα προσδιορίζει τον αραβικό χαρακτήρα της. Επομένως ο όρος αυτός δύσκολα θα γίνει αποδεκτός, τόσο από τον Μπααθιστή Assad, όσο και από το σύμμαχο Ιράν.

O GEDO αιτήθηκε οι Άραβες να σταματήσουν να εγκαθίστανται στα κουρδικά χωριά στο καντόνι Jazeera, δεσμεύοντας την κουρδική πλευρά να αποζημιώσει τους αραβικούς πληθυσμούς για τις περιουσίες που έχουν χάσει και τις ζημιές που έχουν υποστεί.

Η Τουρκία από την πλευρά της τήρησε σιγή ιχθύος, εν αντιθέσει με τη λαλίστατη εξωτερική της πολιτική σε άλλα θέματα. Σίγουρα αυτή η διαφοροποίηση προκαλεί εντύπωση, αφού η πρόταση της Μόσχας, αποτελεί προφανή στήριξη της Ρωσίας στους Κούρδους. Αυτό δείχνει πως η Άγκυρα είναι σίγουρη για την αποτυχία τέτοιων προτάσεων, αφού το συριακό καθεστώς δεν πρόκειται να δεχθεί το ρωσικό σχέδιο για μια αυτόνομη κουρδική οντότητα. Η σιγουριά του Τούρκου Προέδρου δείχνει την προσέγγιση που σημειώνεται ανάμεσα σε Τουρκία και Συρία, μπροστά στον κοινό κίνδυνο ενός Κουρδιστάν.

Την ίδια στιγμή προκύπτει ένα έτερο ερώτημα: Γιατί η Ρωσία, που μας έχει συνηθίσει σε μεθοδικές διπλωματικές κινήσεις, προχώρησε σε μία προδιαγεγραμμένη αποτυχία; Η Μόσχα δεν φαίνεται πως πρότεινε μία λύση στο πρόβλημα, αλλά την παράταση αυτού. Τη στιγμή που αναπτύσσει τις διπλωματικές της, και όχι μόνο, σχέσεις με την Άγκυρα, η Ρωσία δε διαφαίνεται ότι επιθυμεί να απεμπολήσει ένα εργαλείο της στη διαμάχη με τις ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή. Ωστόσο, η «φιλική» στάση της προς τους Κούρδους δύναται να καταλήξει στην απόκτηση ενός ακόμα εργαλείου, ίσως του πιο σημαντικού για την Ουάσιγκτον στην καταπολέμηση της διεθνούς τρομοκρατίας.

Οι Κούρδοι αποτελούν το σημαντικότερο σύμμαχο των ΗΠΑ στο πεδίο της μάχης. Ανά τακτά χρονικά διαστήματα έχει αναγνωριστεί το αξιόμαχο των Δυνάμεών τους και η αξιοπιστία στην επίτευξη του αντικειμενικού σκοπού. Αυτό έχει οδηγήσει τις ΗΠΑ να συμπεριλάβουν τους Κούρδους, τόσο στην επιχείρηση της Μοσούλης, όσο και στους μελλοντικούς σχεδιασμούς της απελευθέρωσης της Raqqah. Η ενδεχόμενη επιτυχία της Ουάσινγκτον στις ανωτέρω επιχειρήσεις είναι ενάντια στα ρωσικά και ιρανικά σχέδια.

Η Τεχεράνη επιθυμεί να εισέλθει αυτή, μέσω των σιιτικών πολιτοφυλακών, στη Μοσούλη, μία εξαιρετικά σημαντική πόλη για τον σιιτικό αγωγό φυσικού αερίου Ιράν-Ιράκ Συρίας. Οι Κούρδοι αποτελούν τον καταλύτη, τον Πάρη που θα αποδώσει το μήλον της Έριδος, που δεν είναι άλλο από τη δεύτερη μεγαλύτερη πόλη του Ιράκ. Αυτή τη στιγμή χρησιμοποιούνται ως δικαιολογία από την Άγκυρα για τη συμμετοχή της στην επιχείρηση και την καταστροφή των ιρανικών σχεδιασμών, ενώ παράλληλα παρατηρείται πως η Τεχεράνη επιχειρεί να προσεγγίσει, διπλωματικά, τους peshmerga για να κερδίσει τη συμμαχία τους.


Την ίδια στιγμή οι ΗΠΑ ονειρεύονται να ξεκινήσουν την επιχείρηση απελευθέρωσης της Raqqah μετά την επιτυχή έκβαση της αντίστοιχης στη Μοσούλη. Δεδομένου ότι οι εξελίξεις στο πεδίο του Ιράκ θα καθυστερήσουν αρκετά, καθώς και ότι οι τζιχαντιστές χάνουν τη γραμμή υποστήριξης που διέθεταν στη βόρεια Συρία, όπως και ανατολικά από την κίνηση των σιιτικών πολιτοφυλακών στο διάδρομο διαφυγής μεταξύ Μοσούλης και Συρίας, το συριακό καθεστώς δύναται να επιχειρήσει εκ νέου να απελευθερώσει την ανατολική επικράτεια αρκετά σύντομα, ίσως και πριν την επιτυχή ανακατάληψη του Χαλεπίου. Αυτές οι εξελίξεις δύναται να εκβιάσουν το αμερικανικό χρονοδιάγραμμα επέμβασης στη Συρία, με τους Κούρδους να είναι η μόνη δύναμη που βρίσκεται πλησίον της Raqqah.





Οι ΤΕΔ μαζί με τις υποστηριζόμενες αντικαθεστωτικές δυνάμεις (λαχανί χρώμα) έχουν δύο επιλογές: Είτε θα πρέπει να συνεχίσουν νοτιότερα από την Al Bab, γεγονός που αποτελεί casus belli για το συριακό καθεστώς και τη Μόσχα, είτε θα πρέπει να περάσουν μέσα από τις κουρδικές περιοχές δια μέσω της Manbij. Έτερες θεωρούνται επί του παρόντος αδύνατες. Την ίδια στιγμή οι κουρδικές δυνάμεις (κίτρινο χρώμα) έχουν επιδοθεί σε έναν αγώνα δρόμου για την έγκαιρη άφιξή τους στην Al Bab, γεγονός που έχει ήδη οδηγήσει σε, μεταξύ των προαναφερομένων δυνάμεων, εχθροπραξίες. Ταυτόχρονα με αυτές τις εξελίξεις οι καθεστωτικές δυνάμεις (κόκκινο χρώμα) πραγματοποιούν περιορισμένες, αλλά επιτυχείς προωθήσεις προς την Rasem Alharmal Alimam, με απώτερο σκοπό να δημιουργήσουν ένα μέτωπο που θα καταλήξει στη λίμνη Assad, ανατολικότερα σταματώντας οποιαδήποτε κίνηση νοτιότερα. Οι ανωτέρω κινήσεις δείχνουν ότι το συριακό καθεστώς έχει προβεί σε μία κίνηση ματ απέναντι στις τουρκικές φιλοδοξίες αναβαθμίζοντας ουσιαστικά το ρόλο του κουρδικού παράγοντα.

Συνοψίζοντας βλέπουμε ότι η Μόσχα έχει τον ηγετικό ρόλο του μαριονετοπαίχτη στην περιοχή, εκμεταλλευόμενη τη δυσαρέσκεια των συμμετεχόντων πιονιών στη μεσανατολική σκακιέρα προς τις ΗΠΑ. Η Ουάσιγκτον επιχειρεί να υποσχεθεί ανταλλάγματα προς τους εμπλεκομένους, έχοντας όμως δεσμευτεί απέναντι στην σαουδαραβική πλευρά, από την οποία εξαρτάται η διπλωματία της, αλλά και η οικονομία της. Από την άλλη το Κρεμλίνο αριστεύει στη διπλωματία της «δημιουργικής ασάφειας», τάζοντας τα πάντα και δίνοντας το τίποτα, ελέω των αντιπαραθέσεων των εμπλεκομένων, έχοντας δεσμεύσει τον εαυτό του με το νόμιμο κάτοχο των διαφιλονικούμενων περιοχών, ο οποίος μάλιστα δεν ασκεί επιρροή στην οικονομία του, αντιθέτως εξαρτάται οικονομικά και πολιτικά από τη Ρωσία. Η διαφορά ίσως των δύο διπλωματιών να μπορεί να αποτυπωθεί με την εικόνα του Kasparov όταν αντιμετώπιζε τον αμερικανικό υπολογιστή Deep Blue… Οι μεν έχουν έναν σκακιστή, οι δε ένα τεχνούργημα wannabe σκακιστή!

Μοιράσου στο Google Plus
Αν βρήκατε το άρθρο ενδιαφέρον, κάντε κλικ εδώ

Για γρήγορη και άμεση ενημέρωση ακολουθείστε μας στο Twitter και στο Google+.

loading...