Η κερκόπορτα της Ηπείρου - «Proxy War» στα μετόπισθεν της Ελλάδος

Αντώνιος Χ. Μαμμής*

Επί σειρά ετών, και ιδιαίτερα στα χρόνια της μεταπολιτεύσεως, ο Ελληνικός αμυντικός σχεδιασμός προσανατολίζεται αποκλειστικά στην αντιμετώπιση του εξ ανατολών κινδύνου, ήτοι λαμβάνεται υπ’ όψιν η αντιμετώπιση ενός συμβατικού στρατού, στα πλαίσια είτε υψηλής εντάσεως σύντομων επεισοδίων, είτε σε πλήρους κλίμακας επιχειρήσεις, με ό,τι φυσικά αυτό συνεπάγεται.

Προσφάτως, ωστόσο, υπάρχει μία αναζωπύρωση της εριστικής ρητορικής της γείτονος Αλβανίας, αναφορικά με το «ζήτημα» των Τσάμηδων. Η Ελληνική απάντηση, υπήρξε, ως συνήθως, ήπιων τόνων, ράθυμη και άχρωμη, αφήνοντας μάλλον περιθώρια για περαιτέρω προκλήσεις.

Είναι όμως τόσο μακρινός ο κίνδυνος από τα βορειοδυτικά σύνορά μας, ή μήπως εξυφαίνεται ένας πόλεμος διά αντιπροσώπων (Proxy war) στην Δυτική Ελλάδα, με ενορχηστρωτή και εντολέα τον εξ ανατολών αντίπαλό μας;

Από διάφορες αναλύσεις, αλλά και σε επίπεδο καθημερινών συζητήσεων, προβάλλεται ως λόγος, μεταξύ άλλων, για την μη επίθεση, μέχρι τώρα, της Τουρκίας σε βάρος της Ελλάδος το ανοικτό μέτωπο του Κουρδιστάν. Πράγματι, στις νοτιανατολικές επαρχίες της Τουρκίας μαίνεται εδώ και χρόνια ο πόλεμος σε βάρος των Κούρδων, γεγονός το οποίο απορροφά σημαντικούς πόρους και ανθρώπινο δυναμικό των Τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων. Τα τελευταία, μάλιστα, χρόνια, ο πόλεμος αυτός λαμβάνει τη μορφή ανοικτού αντάρτικου πόλεων, το οποίο σε συνδυασμό με την γένεση της Κουρδικής Αυτόνομης περιοχής του βορείου Ιράκ, αλλά και την de facto αυτονομία των Κούρδων της Βορείου Συρίας, προκαλούν πονοκέφαλο στους επικεφαλής της Τουρκικής πολιτικής, ενώ παράγουν και ένα γεωστρατηγικό πλεονέκτημα υπέρ της Πατρίδας μας. Πλην όμως η εν λόγω εξέλιξη δεν φαίνεται να έχει διαλάθει της προσοχής των Τούρκων.

Εξάλλου, η Τουρκικές Ένοπλες Δυνάμεις (ΤΕΔ) διατηρούν στενές σχέσεις με τις αντίστοιχες Αλβανικές, τόσο σε επίπεδο συνεκπαίδευσης, όσο και σε επίπεδο χρηματοδότησης υποδομών (βάση υποβρυχίων Δυρραχίου) αλλά και στην προμήθεια πολεμικού υλικού.

Είναι προφανώς άτοπη η σύγκριση μεταξύ Ελληνικών και Αλβανικών Ενόπλων Δυνάμεων, και ως εκ τούτου οιαδήποτε σκέψη για τυχόν εμπλοκή Αλβανικών και Ελληνικών συμβατικών δυνάμεων, είναι έστω και υπό τις παρούσες συνθήκες ουτοπική. Ισχύει ωστόσο το ίδιο και σε επίπεδο ανορθοδόξου πολέμου;

Τον Μάρτιο του 2013, μετά από μία θρασεία επίθεση στις Δικαστικές Φυλακές Τρικάλων, υπήρξε μαζική απόδραση κρατουμένων, κυρίως Αλβανικής καταγωγής, και εν συνεχεία κάποιοι εξ αυτών, προσπάθησαν να μεταβούν στην Αλβανία, μέσω των ορεινών όγκων της Δυτικής Ελλάδος. Εξαπολύθηκε ένα πραγματικό ανθρωποκυνηγητό, στη διάρκεια του οποίου έχασε τη ζωή της μία νεαρή πολίτης, αλλά και ένας Αστυνομικός στο βωμό του καθήκοντος, στην τελική φάση του οποίου 750-800(!) περίπου μέλη των διωκτικών αρχών, με τη συνδρομή των ανδρών Μονάδων Ειδικών Επιχειρήσεων του Στρατού και του Λ.Σ.-ΕΛ. ΑΚΤ, κυνηγούσαν δύο ζεύγη ανδρών!

Στα πλαίσια της εν λόγω καταδίωξης, αποκαλύφθηκε η αδυναμία της Αστυνομίας για επιχειρήσεις μέσης και μεγάλης κλίμακας σε μη αστικό περιβάλλον, σε επίπεδο σχεδιασμού, εκπαιδεύσεως, μέσων και εξοπλισμού-οπλισμού. Αποκαλύφθηκε περαιτέρω το χαοτικό κενό στην συνέχεια της Ασφάλειας της χώρας, μεταξύ δηλαδή Αστυνομίας και ενόπλων Δυνάμεων, σε επίπεδο εσωτερικών ασύμμετρων απειλών. Τουτέστιν η ύπαιθρος είναι αφύλακτη. Κρατήστε το αυτό.

Ας υποθέσουμε λοιπόν ότι οι τέσσερις δραπέτες, ήταν τριάντα αποφασισμένοι και εκπαιδευμένοι στον ανορθόδοξο πόλεμο άνδρες. Ή πολλοί περισσότεροι. Για ποιούς λόγους κρίνεται πρόσφορη η Δυτική Ελλάδα, για την επιβολή ενός τέτοιου ανταρτοπολέμου (ΑΠ);

1) UCC και αλβανικός αλυτρωτισμός.

Είναι προφανές ότι ως πεδίου ενδεχόμενου ΑΠ, θα επιλεγεί η περιοχή της Ηπείρου, ήτοι από την μεθόριο, έως και την περιοχή της Άρτας-Παραμυθιάς. Η περιοχή αυτή αναφέρεται από τους Αλβανούς αλυτρωτιστές ως «Τσαμουριά», ήτοι ως περιοχή διεκδίκησης. Εξάλλου, σχεδόν σύμφυτος του UCK-ο οποίος ειρήσθω εν παρόδω πέτυχε τον αντικειμενικό του σκοπό-, υπήρξε ο UCC, μη εισέτι (;) ενεργοποιηθείς. Ως εκ τούτου η στόχευση της βορειοδυτικής Ελλάδας, όχι μόνον έχει προαναγγελθεί, αλλά έχει ήδη πραγματοποιηθεί.

2) Έδαφος-Πληθυσμός

Η Ήπειρος και γενικότερα η Δυτική Ελλάδα, χαρακτηρίζονται από έντονα ορεινό έδαφος, με απότομες υψομετρικές και πυκνή βλάστηση, ιδανικό τοπίο για ΑΠ.

Περιλαμβάνει μικρά Αστικά κέντρα, και σε σημαντικό βαθμό εγκαταλελειμμένη ύπαιθρο και χωριά. Είναι δε από τις πλέον αραιοκατοικημένες περιοχές στην Ελλάδα, άρα μειώνεται για τις Εθνικές Δυνάμεις το σημαντικό πλεονέκτημα του φίλιου πληθυσμού.

Το οδικό δίκτυο χαρακτηρίζεται κακό, ενώ συνδέεται με την κυρίως χώρα (και άρα τις βάσεις του ΕΣ) μέσω δύο κύριων οδικών Αξόνων, της Ε.Ο. Πάτρας-Ιωαννίνων (Ιονία Οδός) και της Εγνατίας, οι οποίες ωστόσο είναι εύκολο να προσβληθούν στα ορεινά τους σημεία.

Τέλος ο ανεφοδιασμός των ταραχοποιών στοιχείων θα μπορούσε να γίνεται απρόσκοπτα μέσω της μεθορίου, διά ορεινών δρομολογίων ήδη γνωστών στους ενδιαφερομένους.

3) Αποστρατιωτικοποίηση της εν λόγω περιοχής-Προβληματικός επιχειρησιακός προσανατολισμός.

Η μαζική μετακίνηση μονάδων προς Ανατολάς, προκειμένου να υφίσταται σημαντική αποτρεπτική ισχύς έναντι των Τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων, έχει απογυμμνώσει την Δυτική και Κεντρική Ελλάδα από μείζονες σχηματισμούς, τόσο σε επιτελικό όσο και σε επιχειρησιακό επίπεδο.

Σε κάθε περίπτωση ωστόσο, εκ της αποστολής τους, οι όποιες μονάδς πεζικού στην περιοχή, δεν δύναται να διεξάγει αντιαντάρτικο αγώνα διαρκείας, και σίγουρα δεν εκπαιδεύονται προς τούτο.

Ακόμα και αυτή η ύπαρξη της Β’ Μοίρας Καταδρομών στη Νάουσα, δεν μπορεί να λογίζεται ως ικανή δύναμη αποτροπής, λόγω απόστασης, αλλά και ενδεχομένως και λόγω άγνοιας της τοπογραφίας της περιοχής.

Εδώ πρέπει να γίνει μνεία, ότι οι Δυνάμεις Καταδρομών, εκπαιδεύονται κατά μείζονα λόγω στον ανορθόδοξο πόλεμο και όχι στην αντιμετώπιση αυτού, που είναι ένα στρατιωτικό κεφάλαιο από μόνο του.

Οι δυνατότητες αερομεταφοράς του Στρατεύματος, είναι οι γνωστές περιορισμένες, και προφανώς η δύναμη «Δέλτα», η οποία αποτελεί την Στρατηγική Εφεδρεία του ΓΕΕΘΑ, ΔΕΝ είναι δυνατόν να αποτελεί τη λύση σε όλα, όσο εντυπωσιακές και αν είναι οι επιδείξεις, διότι ενδεχόμενη εμπλοκή της σε έναν κατ’ εξοχήν αγώνα φθοράς όπως ο αντιατάρτικος θα ήταν αυτοκτονική επιλογή.

Ακόμα ωστόσο και εάν υποτεθεί ότι μεταφέρονται μείζονες σχηματισμοί από την κυρίως χώρα στην Δυτική Ελλάδα, δεν θα μπορούσαν προφανώς να εμπλέξουν ευκίνητα και ολιγομελή τμήματα συμμοριτών, αφού δογματικά το Στράτευμα εκπαιδεύεται και προετοιμάζεται για έναν συμμετρικό πόλεμο.

4) Απουσία Αστυνόμευσης-Αδυναμία διεξαγωγής αντιατάρτικων επιχειρήσεων.

Παρά την φιλότιμη προσπάθεια των Αστυνομικών της ΕΛ.ΑΣ., είναι προφανές ότι η εκπαίδευσή τους, ο επιχειρησιακός προσανατολισμός τους, ακόμη και ο ιματισμός τους, αφορά επιχειρήσεις σε αστικό περιβάλλον, δημιουργώντας, μετά την κατάργηση της Χωροφυλακής, το ανωτέρω αναφερόμενο κενό.

Γίνεται μνεία, ότι στην Τουρκία, το κύριο βάρος των επιχειρήσεων σε βάρος των Κούρδων, έχει αναλάβει η Στρατοχωροφυλακή (Türk Jandarması), ένα παραστρατιωτικό Αστυνομικό Σώμα, με συνδυαστικές Αστυνομικές και Στρατιωτικές ικανότητες, αφαιρώντας έτσι επιχειρησιακό βάρος από το συμβατικό στράτευμα.

Στην Ελλάδα, κάτι τέτοιο δεν υφίσταται. Ως εκ τούτου, σε ενδεχόμενη ασύμμετρη απειλή στην Δυτική Ελλάδα, το βάρος μετά την αρχική αποτυχία της Αστυνομίας, θα πέσει στις Ένοπλες Δυνάμεις, προκαλώντας ως εκ τούτου πληθώρα επιπλοκών ακόμη και Νομικής φύσεως.

5) Σκοπιμότητα

Ενδεχόμενη έκρηξη ασύμμετρου πολέμου στην Ήπειρο, αποτελεί όνειρο της Τουρκίας, αλλά και πρόσχημα για την ίδια την Αλβανία. Ξεκινώντας με την τελευταία, η ίδια θα μπορέσει να ασκήσει πιέσεις σε διεθνές επίπεδο, προκειμένου να πετύχει εδαφικά ή γεωπολιτικά οφέλη, αναλόγως της πορείας των επιχειρήσεων.

Η πραγματικά κερδισμένη ωστόσο θα είναι η Τουρκία. Εκτός από το πρόσχημα (θρησκευτικό ή οποιοδήποτε άλλο) επεμβάσεως στα εσωτερικά της Ελλάδος, θα μπορεί πλέον με ασφάλεια να διεξάγει διμέτωπο αγώνα τόσο στην περιοχή Κουρδιστάν-Συρία-Μεσοποταμία, όσο και στο Αιγαίο, με δεδομένο ότι η Ελλάδα θα είναι αναγκασμένη, υπό τις υπάρχουσες συνθήκες, να δεσμεύσει δυνάμεις για την αντιμετώπιση των συμμοριτών. Ταυτόχρονα ενδεχόμενη έκρηξη ΑΠ στην Ήπειρο θα φέρει αλυσιδωτές αντιδράσεις και στην ευαίσθητη περιοχή της Θράκης, η οποία σε αντίθεση με την Δυτική Ελλάδα, κατοικείται από πληθυσμό οι διαθέσεις του οποίου δύνανται εκουσίως ή ακουσίως να μεταβληθούν με ό, τι αυτό συνεπάγεται.

Με δεδομένη την καταπόνηση μέσων, υλικών και προσωπικού των Ενόπλων Δυνάμεων, η κατάρρευση θα είναι ζήτημα ημερών αν όχι ωρών.

Σε συνδυασμό με τα ανωτέρω, δέον να εξεταστεί το εφιαλτικό σενάριο της μεταφοράς των συγκρούσεων εντός αστικού ιστού, διά της στρατολόγησης ακραίων εν Ελλάδι στοιχείων, διάσταση η οποία δεν αποτελεί αντικείμενο της παρούσης.

Εκ των ανωτέρω καθίσταται σαφές, ότι η Ήπειρος, αποτελεί ιδανικό έδαφος για την διεξαγωγή ΑΠ, υπό τις παρούσες συνθήκες, και ως εκ τούτου καθίσταται αναγκαία η αξιολόγηση του εν λόγω σεναρίου, με λύσεις βάθους και όχι σπασμωδικές επιδείξεις ισχύος επί της μεθορίου. Συγκεκριμένα προτείνεται:

Α) Ανάπτυξη της Υπαίθρου-(Επαν)ίδρυση Στρατοχωροφυλακής.

Η Ελληνική ύπαιθρος, και ιδιαίτερα της Ηπείρου, δεν έχει ανθρώπους. Τα χωριά πρέπει να ζωντανέψουν ξανά, και κάτι τέτοιο μπορεί να γίνει μόνον εάν δοθούν κίνητρα στο νεανικό πληθυσμό να επιστρέψει στις πατρογονικές του εστίες, ζήτημα εκτός αντικειμένου της παρούσης.

Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να εμπεδωθεί αίσθημα Ασφαλείας στους κατοίκους των χωριών μας. Κάτι τέτοιο δεν μπορεί να γίνει μόνον με αποσπασματικές Αστυνομικές περιπολίες, αλλά με την ίδρυση ενός ξεχωριστού και αυτοτελούς Αστυνομικού Σώματος, με στρατιωτική εκπαίδευση, εξοπλισμό και προσανατολισμό, και τομέα δράσης ακριβώς την Ελληνική Ύπαιθρο, τα Ελληνικά Βουνά. Κατά αυτό τον τρόπο, δεν θα απαιτείται η απασχόληση κρίσιμων δυνάμεων σε έναν αγώνα φθοράς εκτός βάσεως, αλλά η δυνατότητα χειρισμού της καταστάσεως από καθ’ ύλην αρμόδια στελέχη, με γνώση των περιοχών και σχετικές επιχειρησιακές ικανότητες, πλησίον της έδρας τους.

Β) Ενίσχυση του θεσμού της Εθνοφυλακής-Εφεδρείας.

Όπως έχω ήδη αναφέρει, η Εφεδρεία και η Εθνοφυλακή αποτελούν αναξιοποίητα κεφάλαια στην Εθνική Άμυνα. Είναι προφανές ότι αντί της μεταφοράς Δυνάμεων, οι οποίες μπορούν να συνδράμουν σε κύρια μέτωπα επιχειρήσεων και να τροφοδοτήσουν τις συμβατικές δυνάμεις, προκρίνεται η ενεργοποίηση ήδη εκπαιδευμένων εντόπιων δυνάμεων, οι οποίες θα μάχονται κυριολεκτικά υπέρ βωμών και εστιών, ενώ θα κατέχουν άριστη γνώση του εδάφους και του πεδίου δράσης. Συνάμα, η συμμετοχή ντόπιων στην εθνική προσπάθεια, θα εξάρει το ηθικό του τοπικού πληθυσμού, και θα ατσαλώσει την θέληση καταστολής των συμμοριτών, διά της συμμετοχής είτε διά πληροφοριών, είτε διά ανεφοδιασμού των φίλιων τμημάτων και εν γένει αποκοπής των γραμμών εφοδιασμού των αντιπάλων.

Γ) Έμφαση στον αντιατάρτικο αγώνα.

Ο αντιατάρτικος αγώνας , αποτελεί ένα αντικείμενο σχεδόν άγνωστο στους μείζονες σχηματισμούς, και αποτελεί, λόγω διάρκειας, αντικείμενο Πεζικού και όχι Ειδικών επιχειρήσεων, κατά την γνώμη μου. Απαιτεί δε γνώσεις όχι μόνον ανορθοδόξου πολέμου, αλλά και διαχείρισης πληροφοριών, διαχείρισης ψυχολογίας αμάχου πληθυσμού, προσεταιρισμού πληροφοριοδοτών κλπ. Συνδυάζει περαιτέρω αντικείμενα τόσο συμβατικού αγώνα πεζικού, όσο και Καταδρομικών επιχειρήσεων.

Στον Ελληνικό Στρατό, είναι προφανώς άγνωστο. Πλην των Δυνάμεων Καταδρομών, οι οποίες εξασκούνται στον Ανορθόδοξο Πόλεμο, το Πεζικό, ουδόλως φαίνεται να απασχολείται. Είναι λάθος η αντίληψη ότι οι Καταδρομείς θα αναλάβουν τα πάντα. Ο Πεζός θα επωμιστεί το βάρος του Αγώνα. Και η απάθεια στην εκπαίδευση, όσο ευχάριστη και να φαίνεται στον μέσο κληρωτό, σε ενδεχόμενη έκρηξη, θα προκαλέσει ποταμούς αίματος στις φίλιες δυνάμεις.

Ποιος μέσος κληρωτός πεζός (ή καταδρομέας) είναι σε θέση να καλέσει πυρά πυροβολικού, για την αντιμετώπιση μίας εχθρικής θέσεως; Έχουν οι τοπικοί σχηματισμοί δυνατότητα αξιολόγησης πληροφοριών από κλιμάκια των Μυστικών Υπηρεσιών ή των Ειδικών Δυνάμεων για την ανάληψη επιθετικής πρωτοβουλίας; Πόσο εξοικειωμένοι είναι οι κληρωτοί πεζοί με αντικείμενα Ορεινού Αγώνα, Ενεδρών, οχύρωσης θέσεων ή ανατροπής οχυρωμένων θέσεων; Σε περίπτωση ενέδρας τι θα κάνουν, θα τρέχουν πανικόβλητοι; Γνωρίζουν έστω τη σωστή διαχείριση και τάξη του Πολυβόλου της Ομάδας σε περίπτωση εμπλοκής; Ποιες οι δυνατότητες νυκτερινού αγώνα, και πόσους Ακροβολιστές-Σκοπευτές Ακριβείας έχει ο σχηματισμός; Πόσο εξοικειωμένοι είναι οι κληρωτοί-υπαξιωματικοί-αξιωματικοί με τις επικοινωνίες-διαβιβάσεις και την σημασία αυτών;

Και άλλα πολλά βασανιστικά ερωτήματα τα οποία χρίζουν όχι απαντήσεως, αλλά εκπαιδεύσεως. Γνωρίζω ότι ίσως οι επισημάνσεις μου καυτηριασθούν, ωστόσο οφείλουμε συλλήβδην να κοιτάξουμε την αλήθεια κατάματα.

*Δικηγόρος Αθηνών

Μοιράσου στο Google Plus
Αν βρήκατε το άρθρο ενδιαφέρον, κάντε κλικ εδώ

Για γρήγορη και άμεση ενημέρωση ακολουθείστε μας στο Twitter και στο Google+.

loading...