Τι μύγα τσίμπησε τον Ερντογάν;

ΟΙ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΕΜΒΑΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΟΧΗ ΠΡΟΚΑΛΟΥΝ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΗ ΑΝΑΖΩΠΥΡΩΣΗ ΤΩΝ ΕΘΝΙΚΙΣΜΩΝ

Του ΠΕΤΡΟΥ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Η αμφισβήτηση της συνθήκης της Λωζάνης και του καθεστώτος στο Αιγαίο από τον Ταγίπ Ερντογάν προκάλεσε δικαιολογημένη ανησυχία στον ελληνικό λαό. Χωρίς καμία αφορμή, στη διάρκεια ομιλίας του σε... κοινοτάρχες, βάλθηκε να αποδομήσει το Κεμαλικό εθνικό αφήγημα, υποστηρίζοντας ότι η Λωζάνη δεν συνιστούσε νίκη, αλλά ήττα της Τουρκίας, γιατί παρέδωσε στους Έλληνες «δικά της» νησιά του Αιγαίου. Τις ελληνικές ανησυχίες ήρθε να ενισχύσει ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης Κεμάλ Κιλιτσντάρογλου, ο οποίος καυτηρίασε μεν τις «ιερόσυλες» επιθέσεις του Ερντογάν απέναντι στους ιδρυτές- πατέρες του Κεμαλισμού που συνομολόγησαν τη συνθήκη της Λωζάνης, Ατατούρκ και Ινονού, αλλά δεν απέφυγε τον πειρασμό της εθνικιστικής «ρελάνς», κατηγορώντας τις κυβερνήσεις του ΑΚΡ ότι ήταν εκείνες παρέδωσαν 16 «νησιά» (βραχονησίδες) του Αιγαίου στην Ελλάδα.

Σ’αυτό το φόντο, η Τουρκία, τόσο στην ισλαμική, όσο και στην Κεμαλική εκδοχή της, εμφανίζεται ως μια νευρική, ρεβανσιστική δύναμη που αμφισβητεί διεθνείς συνθήκες και σύνορα σε βάρος της Ελλάδας, με την ανοχή μάλιστα των μεγάλων δυνάμεων της Δύσης, που είτε σιωπούν (ΗΠΑ), είτε επιλέγουν ευμενή για την Άγκυρα ουδετερότητα (Γερμανία). Η εύλογη ανησυχία είναι μήπως η Τουρκία του Ερντογάν, σε μια βεβιασμένη προσπάθεια απόδρασης από τη διπλή κρίση που τη μαστίζει (βαρειά αποσταθεροποίηση του κράτους μετά την απόπειρα πραξικοπήματος της 15ης Ιουλίου και Κουρδικό) περάσει κάποια στιγμή από τα λόγια στα έργα, επιχειρώντας να αλλάξει το στάτους κβο στο Αιγαίο. Το ερώτημα που τίθεται είναι αν έχουμε να κάνουμε με έναν πραγματικό, άμεσο κίνδυνο ή αν η αιφνιδιαστική έκρηξη του Ερντογάν εξυπηρετεί κυρίως εσωτερικές πολιτικές σκοπιμότητες. Ερώτημα, που δεν μπορεί να απαντηθεί αν παραγνωρίσει κανείς τις δραματικές αλλαγές τις οποίες πυροδότησε η 15η Ιουλίου και διατρέχουν το σύνολο της τουρικής κοινωνίας, από τα λαϊκά στρώματα μέχρι τις άρχουσες ελίτ.

Αποκαλυπτικό από αυτή την άποψη ήταν άρθρο που δημοσιεύτηκε την Παρασκευή στη Yeni Safak. Η εφημερίδα εκφράζει τον σκληρό πυρήνα του ΑΚΡ και είναι απολύτως πιστή στον Ερντογάν, με τον οποίο συνδέεται στενά από την εποχή που ο σημερινός πρόεδρος ήταν δήμαρχος Κωνσταντινούπολης. Το κείμενο υπογράφει ο Ιμπραήμ Καραγκούλ, από τους βασικούς αρθρογράφους της εφημερίδας, ο οποίος βάλθηκε να εξηγήσει την τοποθέτηση Ερντογάν περί Λωζάνης, γράφοντας αυτά που ο Τούρκος πρόεδρος συχνά υπονοεί, αλλά για ευνόητους λόγους δεν μπορεί να ξεστομίσει.

Ο αρθρογράφος (όπως βέβαια και ο Ερντογάν, στην επίμαχη ομιλία του) ελάχιστα ασχολείται με τη σημερινή Ελλάδα και τα νησιά της. Στόχος του είναι οι... Αμερικανοί, γενικά οι μεγάλες δυνάμεις της Δύσης και τα (πραγματικά ή φανταστικά) ενεργούμενά τους μέσα στην Τουρκία, στα οποία τσουβαλιάζει τους πραξικοπηματίες, τον Γκιουλέν, τους Κούρδους και, εμμέσως, τους Κεμαλικούς.

Ιδού ο καμβάς του άρθρου: Υπό τον Ταγίπ Ερντογάν, η Τουρκία ύψωσε ανάστημα και έγινε ανεξάρτητη περιφερειακή δύναμη, παύοντας να είναι απλό παρακολούθημα της Δύσης, όπως γινόταν στα 80 χρόνια κυριαρχίας του Κεμαλισμού. Αυτό δεν αρέσει στους Αμερικανούς, που έχουν βαλθεί να υπονομεύσουν την κυβέρνηση- η 15η Ιουλίου ήταν δική τους δουλειά- και να ακρωτηριάσουν τη χώρα, μέσω των Κούρδων. Αν είχαν πετύχει οι πραξικοπηματίες, η Τουρκία θα συρόταν σε μια δεύτερη συνθήκη των Σεβρών, χάνοντας τις κουρδικές περιοχές της. Συσπειρωμένη γύρω από τον Ερντογάν, δίνει σήμερα έναν καινούργιο εθνικό αγώνα, ένα δεύτερο «πόλεμο της Ανεξαρτησίας». Σ΄αυτό τον αγώνα ζωής ή θανάτου, οι δήθεν σύμμαχοι της Δύσης είναι οι χειρότεροι εχθροί της Τουρκίας.

Αυτό το αφήγημα, που φαίνεται να απηχεί πιστά τη νοοτροπία όχι μόνο του Ερντογάν, αλλά και ευρύτατων στρωμάτων της τουρκικής κοινωνίας, ακτινοβολεί όχι αυτοπεποίθηση ηγεμονικής δύναμης, αλλά ανασφάλεια πολιορκημένου φρουρίου. Η 15η Ιουλίου αποτέλεσε ένα τρομακτικό σοκ, καθώς ανεξάρτητα από την έκβασή του έδειξε ότι η απειλή της ανατροπής είναι χειροπιαστή και άμεση, με τον εφιάλτη ενός δεύτερου, «επιτυχημένου» αυτή τη φορά πραξικοπήματος να στοιχειώνει τον ύπνο των κυβερνώντων. Η μεγάλη πληγή του Κουρδικού γίνεται ολοένα και πιο απειλητική και η επιχείρηση «Ασπίδα του Ευφράτη» απέτρεψε μεν τη δημιουργία ντε φάκτο κουρδικής οντότητας στη Συρία, αλλά δεν έδωσε, ούτε μπορεί να δώσει οριστική λύση. Η συνοχή του κρατικού μηχανισμού, και ιδίως του στρατού, έχει διαρραγεί καίρια με τις σαρωτικές εκκαθαρίσεις- κάτι που, παρεμπιπτόντως, θα καθιστούσε εντελώς τυχοδιωκτική οποιαδήποτε στρατιωτική εμπλοκή της Τουρκίας με κάποιο συντεταγμένο κράτος, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα.

Εν ολίγοις, το αποτυχημένο πραξικόπημα κινδυνεύει να αφήσει πίσω του ένα αποτυχημένο κράτος. Αυτή η πραγματικότητα τρελλαίνει το σύστημα Ερντογάν, που ωθείται σε μια φυγή προς τα εμπρός, σε μια ριζική «κάθαρση» από όλους αυτούς που κατηγορούνται, βάσιμα ή όχι, ότι λειτουργούν ως πέμπτη φάλαγγα των εχθρών της Τουρκίας. Υπό αυτό το πρίσμα πρέπει να δει κανείς και την επίθεση του Ερντογάν εναντίον των Κεμαλικών με αφορμή τη Λωζάνη. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι η Ελλάδα μπορεί να πάρει αψήφιστα την τοποθέτηση του Τούρκου προέδρου. Ανεξάρτητα από τις εσωτερικές πολιτικές σκοπιμότητες, που βάρυναν καθοριστικά, ο Ερντογάν ήξερε πολύ καλά ότι θα άνοιγε τον ασκό του Αιόλου στις σχέσεις του με την Ελλάδα όταν είπε αυτά που είπε.

Τι συμπεράσματα οφείλει, λοιπόν, να βγάλει η Ελλάδα από αυτή την ανησυχητική εξέλιξη και πώς πρέπει να απαντήσει; Το πρώτο, βασικό συμπέρασμα είναι ότι οι ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις αποσταθεροποιούν ολόκληρη την περιοχή μας και δημιουργούν ευνοϊκό κλίμα για την αναζωπύρωση επικίνδυνων εθνικιστικών και ρεβανσιστικών τάσεων, καθώς όλοι οι περιφερειακοί «παίχτες», μεγάλοι και μικροί, κοιτάζουν πως μπορούν να επωφεληθούν σε βάρος των ανταγωνιστών τους. Η Ελλάδα, επί ποινή μεγάλων περιπετειών και τεραστίων κινδύνων, οφείλει να μείνει μακριά από παρόμοιους τυχοδιωκτισμούς, πρωτοστατώντας στις προσπάθειες για τερματισμό των πολέμων, ιδιαίτερα στη Συρία, με απομάκρυνση όλων των ξένων δυνάμεων και στρατιωτικών βάσεων στην ευρύτερη περιοχή.

Δυστυχώς, όχι μόνο ο Πάνος Καμμένος, που προσφέρει στους Αμερικανούς νέες στρατιωτικές βάσεις στο Αιγαίο, αλλά και άλλοι, ισχυροί παράγοντες της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ- ΑΝΕΛ φαίνεται να καθοδηγούνται από την ιδέα ότι η Ελλάδα θα μπορούσε να εκμεταλλευθεί τις αναταράξεις στις σχέσεις Άγκυρας- Ουάσιγκτον για να γίνει η ίδια, στη θέση της Τουρκίας, το κύριο ορμητήριο του ΝΑΤΟ στην περιοχή. Μια παρόμοια γραμμή, αμάλγαμα τουρκοφαγικού εθνικισμού και αμερικανοδουλείας, ερεθίζει την τουρκική ηγεσία, εκθέτει την Ελλάδα στα μάτια του τουρκικού λαού και οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια σε τυχοδιωκτικές περιπέτειες, ίσως και εθνικές τραγωδίες. Η υπεράσπιση των διεθνών συνθηκών και των υπαρχόντων συνόρων, η αποδέσμευση από τους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς και μια ενεργητική πολιτική ειρήνης με την Τουρκία και φιλίας με τους λαούς της (Τούρκους, Κούρδους κ.α.) είναι η μόνη γραμμή που μπορεί να προασπίσει την εθνική κυριαρχία και ακεραιότητα, διαβρώνοντας το έδαφος κάτω από τα πόδια των εθνικιστικών- ρεβανσιστικών κύκλων της Άγκυρας.

iskra.gr
Μοιράσου στο Google Plus
Αν βρήκατε το άρθρο ενδιαφέρον, κάντε κλικ εδώ

Για γρήγορη και άμεση ενημέρωση ακολουθείστε μας στο Twitter και στο Google+.

loading...