Οι μείζονες προκλήσεις για την εξωτερική μας πολιτική και ασφάλεια και η επίδραση της παρατεταμένης οικονομικής κρίσης

Του ΧΡΗΣΤΟΥ Θ. ΜΠΟΤΖΙΟΥ Πρέσβη ε.τ.

Μια απλή ματιά στον γεωγραφικό χάρτη αρκεί για να διαπιστώσει κανείς ότι η Ελλάδα βρίσκεται σε μια προνομιακή και συγχρόνως ευαίσθητη περιοχή της Ευρώπης και του κόσμου. Στην Ελλάδα καταλήγει ο ορεινός όγκος των Βαλκανίων και ο ελληνικός χώρος αποτελεί την αναγκαία έξοδο βαλκανικών και άλλων ευρωπαϊκών λαών προς τη Μεσόγειο.

Επίσης, ο Βόσπορος και τα Δαρδανέλια οδηγούν στο Βόρειο και Ανατολικό Αιγαίο με τα πολυάριθμα νησιά του να μοιάζουν με ένα απέραντο δίχτυ, που δύσκολα το διαπερνάει κανείς. Τα απέναντι μικρασιατικά παράλια, που για αιώνες κατοικούνταν από Έλληνες, ατενίζουν, μέσω του Αιγαίου, τον δυτικό κόσμο. Η Κρήτη, το νοτιότατο ελληνικό άκρο, μοιάζει με ένα απέραντο και αβύθιστο αεροπλανοφόρο, από το οποίο επιβλέπεται η διακίνηση προς τη Δύση του αργού πετρελαίου και άλλων αγαθών από τις χώρες της Μ. Ανατολής, του Περσικού Κόλπου και της Ασίας. Αλλά και δυτικά η Ελλάδα, με τα νησιά του Ιονίου, ενώνεται με την Αδριατική, που τα στενά της τα μοιράζεται με Αλβανία και Ιταλία.

Η παραπάνω περιγραφή κρίνεται αναγκαία προκειμένου να κατανοήσει κανείς πόσο η γεωγραφία έχει επηρεάσει και εξακολουθεί να επηρεάζει την εξωτερική μας πολιτική και ασφάλεια και συγχρόνως είναι αιτία πολλών προβλημάτων με τις γειτονικές και άλλες χώρες. Καμιά άλλη ευρωπαϊκή χώρα δεν αντιμετωπίζει τόσες πολλές και ουσιαστικές προκλήσεις εξωτερικής πολιτικής και ασφάλειας, που παράγονται από την έλλειψη -από τρίτες, κυρίως, χώρες- σεβασμού και περιφρόνησης προς το διεθνές δίκαιο, την Ιστορία και τη μη αντίληψη της διεθνούς πραγματικότητας.

Μείζον θέμα για την εξωτερική μας πολιτική αλλά και τον απανταχού Ελληνισμό, το Κυπριακό. Σαράντα δύο χρόνια μετά την τουρκική εισβολή το 1974, ο Αττίλας παραμένει εκεί, με το 1/3 της επικρατείας της Κυπριακής Δημοκρατίας να τελεί υπό κατοχή. Θετικό στοιχείο παραμένει ο χαρακτηρισμός από τα Ηνωμένα Έθνη της τουρκικής επέμβασης ως εισβολής και η μη αναγνώριση από κανένα κράτος, εκτός της Τουρκίας, του ψευδοκράτους της κατεχόμενης Β. Κύπρου. Τελευταίως ακούγονται διάφορα σενάρια για επικείμενη λύση. Μάλιστα συνοδεύονται από εκβιασμούς ότι είναι και η τελευταία ευκαιρία. Αν αληθεύουν οι πληροφορίες, οι προτάσεις ικανοποιούν μόνο την τουρκοκυπριακή πλευρά και την Άγκυρα και νομιμοποιούν την εισβολή. Τι νόημα όμως έχουν όταν είναι παραπάνω από βέβαιο ότι θα απορριφθούν από τον κυπριακό λαό; Σε αυτή τη λογική φαίνεται να τοποθετείται και η ελληνική πλευρά.

Δεύτερη μεγάλη πρόκληση είναι ο χειρισμός των ελληνοτουρκικών σχέσεων και -για το ακριβέστερο- η αντιμετώπιση της παραβατικής συμπεριφοράς της Άγκυρας στο Αιγαίο. Οι τελευταίες τοποθετήσεις του τούρκου Προέδρου για τη Συνθήκη της Λωζάννης είναι αποκαλυπτικές. Η Τουρκία αποδεικνύεται ως ταραχοποιός παράγοντας για ολόκληρη την περιοχή. Η γενικότερη παραβατικότητα της Άγκυρας καταδεικνύει, συγχρόνως, και την ανεπάρκεια των διεθνών οργανισμών (ΟΗΕ) και της ΕΕ, που για γεωπολιτικούς λόγους και οικονομικά συμφέροντα ορισμένων χωρών-μελών τηρούν εφεκτική απέναντί της στάση.

Ηπιότερης μορφής είναι οι προκλήσεις όσον αφορά τις σχέσεις με το κράτος των Σκοπίων. Η ΠΓΔΜ δεν μπορεί βέβαια να απειλήσει στρατιωτικά τη χώρα μας όπως η Τουρκία. Απειλεί όμως την ιστορική και πολιτιστική μας κληρονομιά, σφετεριζόμενη το όνομα της Μακεδονίας. Περίεργο πως δεν κήρυξαν και αυτοί το 2016 ως Έτος Αριστοτέλη. Ίσως τον θεωρούν υποδεέστερο του Μεγάλου Αλέξανδρου… Κανείς, πλέον, δεν αμφιβάλλει ότι η εμμονή του κράτους των Σκοπίων στο θέμα της ονομασίας οφείλεται, πρωτίστως, στην υποστήριξη που τους παρέχεται από τις ΗΠΑ στα πλαίσια της αμερικανικής βαλκανικής πολιτικής και στη λογική του «διαίρει και βασίλευε». Eνα τέταρτο θέμα, ηπιότερης όμως έντασης, είναι οι κάπως προβληματικές σχέσεις με τη γειτονική Αλβανία, οι οποίες, υπό προϋποθέσεις, θα μπορούσαν να είναι άριστες.

Τα Τίρανα υπαναχώρησαν, προ ετών, στο θέμα της οριοθέτησης της υφαλοκρηπίδας, που είχε συμφωνηθεί επί κυβερνήσεων Καραμανλή - Μπερίσα, ενώ στηρίζουν τις οργανώσεις των Τσάμηδων με παράλογες απαιτήσεις, όπως την επιστροφή τους στη Θεσπρωτία, από όπου, όπως ισχυρίζονται, εκδιώχθηκαν βιαίως το 1944. Παραβλέπουν ότι οι Τσάμηδες, στο σύνολό τους, είχαν συνταχθεί πρώτα με τα ιταλικά στρατεύματα κατοχής και στη συνέχεια με τα γερμανικά, επιδιώκοντας την απόσπαση της Θεσπρωτίας και την προσάρτησή της στην Αλβανία. Η συμπεριφορά τους αυτή και τα εγκλήματα που διέπραξαν σε βάρος των ελλήνων συμπατριωτών τους ήταν η αιτία που, μαζικά και οικειοθελώς, εγκατέλειψαν τις εστίες τους.

Στα παραπάνω μείζονα θέματα θα πρέπει να προστεθεί και το Προσφυγικό - Μεταναστευτικό, που επηρεάζει σημαντικά την ασφάλεια της χώρας αλλά και την καθημερινότητα των κατοίκων των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου. Πρόσφατα, ο ελληνικής καταγωγής αμερικανός ναύαρχος ε.α. και νυν καθηγητής σε γνωστό αμερικανικό πανεπιστήμιο Τζέιμς Σταυρίδης, σε διάλεξή του στη Διπλωματική Ακαδημία με θέμα τη διεθνή ασφάλεια στον 21ο αιώνα κατονόμασε τέσσερα κυρίως θέματα. Την αστάθεια (πολιτική και οικονομική), το Προσφυγικό, τις μετακινήσεις (Μεταναστευτικό) και την τρομοκρατία. Περιττεύει να υπογραμμισθεί ότι και τα τέσσερα θέματα, με εξαίρεση μέχρι στιγμής την τρομοκρατία, αγγίζουν τη χώρα μας. Οι διαδοχικές ελληνικές κυβερνήσεις αντιμετωπίζουν τις προκλήσεις της εξωτερικής πολιτικής στηριζόμενες, κυρίως, στη συμμαχική συμπαράσταση, κοινοτική και νατοϊκή, η οποία στις περισσότερες περιπτώσεις αποδείχθηκε ανεπαρκής. Η παρούσα κυβέρνηση δίνει έμφαση και μεγαλύτερη σημασία σε μια πολυδιάστατη και πατριωτική εξωτερική πολιτική, με πρωτοβουλίες πολυμερών συνεργασιών, όπως οι τελευταίες της Συνόδου των Αθηνών των ηγετών των χωρών του Ευρωπαϊκού Μεσογειακού Νότου, της Διάσκεψης της Ρόδου και, εσχάτως, της τριμερούς συνάντησης του Καΐρου μεταξύ Αιγύπτου, Ελλάδος και Κύπρου.

Πόσο επηρεάζεται η εξωτερική μας πολιτική και ασφάλεια από την οικονομική κρίση που περνάει, από ετών, η χώρα μας; Ασφαλώς πολύ και ουσιαστικά. Η οικονομική κρίση εξασθενεί, κατ’ αρχάς, τη γενικότερη εικόνα της χώρας προς τα έξω, μεταφραζόμενο από πολλούς στο ότι είναι ευάλωτη και πρόθυμη σε συμβιβασμούς, έτοιμη να υποκύψει σε πιέσεις που της ασκούνται σε βάρος των εθνικών συμφερόντων. Η οικονομικοκοινωνική κρίση δημιουργεί εξάλλου και κλίμα ηττοπάθειας και γενικής γκρίνιας. Το σημαντικότερο αρνητικό στοιχείο είναι ότι οι δημοσιονομικοί έλεγχοι που μας επιβάλλονται εμποδίζουν ή δεν επιτρέπουν την ενίσχυση των εξοπλιστικών μας προγραμμάτων, που είναι απαραίτητοι και επιτακτικοί για την εθνική μας ασφάλεια. Στον τομέα αυτό η κυβέρνηση, και οποιαδήποτε κυβέρνηση, δεν πρέπει να υποχωρεί. «Si vis pacem, para bellum», λέγανε οι Ρωμαίοι. Κυριότατα πρέπει να αναδειχθούν οι δικές μας αναπτυξιακές δυνάμεις για να βγούμε από την πολύχρονη κρίση η οποία έχει οδηγήσει στην υποβάθμιση της θέσης της χώρας στη διεθνή κοινωνία.

Μοιράσου στο Google Plus
Αν βρήκατε το άρθρο ενδιαφέρον, κάντε κλικ εδώ

Για γρήγορη και άμεση ενημέρωση ακολουθείστε μας στο Twitter και στο Google+.

loading...