Η αθεράπευτη γκρίνια των Ελλήνων ανασταλτικός παράγων για μια ρεαλιστική αντιμετώπιση των εσωτερικών και εξωτερικών μας προβλημάτων

Του ΧΡΗΣΤΟΥ Θ. ΜΠΟΤΖΙΟΥ Πρέσβη ε.τ.

Η φτώχεια, λέει η λαϊκή παροιμία, φέρνει γκρίνια. Και αυτό ισχύει σε μεγάλο βαθμό για την κατάσταση -πολιτική, οικονομική, πολιτιστική κ.λπ.- που επικρατεί σήμερα στη χώρα μας. Η δύσκολη καθημερινότητα για μεγάλο μέρος του πληθυσμού, που πλήττεται από την ανεργία, την ανασφάλεια και αδυναμία να ανταπεξέλθει στις στοιχειώδεις απαιτήσεις για την επιβίωσή του, συντελεί στη δημιουργία ενός κλίματος και ψυχολογίας γκρίνιας.

Η γκρίνια ή μεμψιμοιρία είναι γενικευμένη. Πολλαπλασιάζεται δε και από τα ΜΜΕ, ιδίως τα ηλεκτρονικά, που έχουν το πλεονέκτημα της αμεσότητας μέσω των δελτίων ειδήσεων, συζητήσεων, αναλύσεων της επικαιρότητας και άλλων συναφών εκπομπών. 

Η αισιοδοξία, η ψυχραιμία, η αυτοσυγκράτηση, ως λέξεις και νόημα, φαίνεται να έχουν εκλείψει. Είναι φαινόμενο μόνο ελληνικό; Ασφαλώς όχι. Η διαφορά με τους άλλους Ευρωπαίους είναι ότι σε αυτούς παρατηρείται μια ψυχραιμότερη αντιμετώπιση των δυσκολιών, αυτοσυγκράτηση και αντίληψη της πραγματικότητας. Δέχονται ότι η κρίση είναι συστημική και όχι μόνο αποτέλεσμα εσωτερικών παθογενειών. Αντίθετα, σε εμάς επικρατεί η υπερβολή. Το απόλυτο. Είναι φαινόμενο νεοελληνικό; Ιστορικοί και φιλόλογοι διαπιστώνουν συνέχεια και ομοιότητες με τους αρχαίους προγόνους μας. 

Και αυτοί μεμψιμοιρούσαν με το παραμικρό. Ταυτόχρονα, όμως, μιλούσαν για ανάγκη μέτρου στα πάντα και διά της τραγωδίας και της κωμωδίας προσπαθούσαν να διορθώσουν και να συγκρατήσουν τα ανθρώπινα πάθη. Ένας σύγχρονος σπουδαίος έλληνας διανοητής, ο Παναγιώτης Κονδύλης, που έφυγε πρόωρα από τη ζωή το 1995, στον πρόλογο ενός σπουδαίου βιβλίου του, για το οποίο του απονεμήθηκε η υψηλότερη διάκριση των γερμανικών γραμμάτων, το Βραβείο Γκαίτε, αποδίδει πολλά από τα δεινά της σύγχρονης ελληνικής ζωής στο γεγονός ότι, σε αντίθεση με τη Δυτική Ευρώπη, σε εμάς έλειψε μια πραγματική αστική τάξη που θα συνέβαλε στην πολλαπλή ανάπτυξη των χώρων. Πειστική, πιστεύω, είναι και η ερμηνεία του για την οικογενειοκρατία που επικρατεί στην πολιτική ζωή της χώρας μας. Το πολιτικό μας σύστημα φαίνεται να νοσεί. Οι θεσμοί λειτουργούν πλημμελώς και ορισμένες πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις προσπαθούν να τους ποδηγετήσουν. Απαιτούνται ριζικές μεταρρυθμίσεις. Να αντλήσουμε από την εμπειρία άλλων επιτυχημένων λαών, με κατάλληλες και αποτελεσματικές προσαρμογές στην ελληνική πραγματικότητα. 

Ο ρόλος της αντιπολίτευσης -στο σύνολό της- ασφαλώς είναι να ασκεί κριτική και έλεγχο της κυβέρνησης. Όχι μόνο αντιπολιτευόμενο λόγο προς χάριν αντιπολίτευσης. Έτσι δεν μετέχει στην ανάπτυξη ενός ουσιώδους διαλόγου που θα συμβάλει στην αντιμετώπιση της κρίσης. Η απόλυτη αντιπαράθεση κυβέρνησης - αντιπολίτευσης, και αντίστροφα, φανατίζει τον πολίτη και τον καθιστά άκριτο θεατή. Παλαιός υπουργός Υγείας, με καλή φήμη, υποστήριζε ότι τα προγράμματα υγείας, για να είναι επιτυχή, απαιτούν βάθος χρόνου, ακόμη και αν δεν εκτελεσθούν από την ίδια κυβέρνηση. Εννοούσε ασφαλώς τη συνέχεια και όχι την ανατροπή όσων είχαν επιτευχθεί. Μάλλον δεν εισακούσθηκε. 

Ο δε Γεράσιμος Αρσένης στο βιβλίο του για την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση, που πρόλαβε να παρουσιάσει πριν από τον θάνατό του, με λύπη παρατηρούσε ότι στην Ελλάδα δεν δεχόμαστε τις αλλαγές, ακόμη και όταν οι εναντιούμενοι σε αυτές αναγνωρίζουν την αναγκαιότητά τους. Σήμερα, όσο ποτέ, η πολιτική ζωή έχει ανάγκη από ευρύτερες συναινέσεις, ανοχές, διάλογο. Η γκρίνια, όταν μάλιστα εκπορεύεται από τα πολιτικά κόμματα, τους πολιτικούς ταγούς και άλλους υπεύθυνους φορείς, επιδράει αρνητικά στη διαμόρφωση της εσωτερικής πολιτικής, που απαιτεί συναίνεση. Θέσεις όπως ό,τι αποφασίζει ή σχεδιάζει η κυβέρνηση είναι λάθος, χωρίς η αντιπολίτευση να παρουσιάζει δικές της πειστικές προτάσεις, είναι βλαβερές για μια κοινωνία. Ευτυχώς, στις παρούσες συγκυρίες υπάρχει και η συνετή φωνή του Προέδρου της Δημοκρατίας. Η πολιτική και κοινωνική μεμψιμοιρία επιδρά και επί της εξωτερικής πολιτικής. Παρά το γεγονός ότι ο πολίτης δεν την παρακολουθεί με την ίδια προσοχή όπως τα εσωτερικά δρώμενα, επειδή τα θέματα της εξωτερικής πολιτικής δεν εγγίζουν την καθημερινότητά του. Τα προσέχει μόνο αν συμβεί κάτι βαρυσήμαντο ή αν θίγονται σοβαρά εθνικά συμφέροντα. Αλλά και στα θέματα εξωτερικής πολιτικής δεν λείπει η γνωστή μεμψιμοιρία. 

Στον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη, πρωθυπουργό της Ελλάδος στις αρχές του 1990, δόθηκε η ευκαιρία -σύμφωνα με όσα έγραφε αργότερα σε σχετικό βιβλίο του ο υπουργός του επί των Εξωτερικών Μιχάλης Παπακωνσταντίνου- να κλείσει με μια καλή συμβιβαστική λύση το θέμα της ονομασίας του κράτους των Σκοπίων. Δεν το έπραξε, επειδή προεξοφλούσε σφοδρές αντιδράσεις. Στις μέρες που διανύουμε είναι, ίσως, η πρώτη φορά στα τελευταία χρόνια που επιχειρείται άσκηση και εφαρμογή ρεαλιστικής και πολυδιάστατης εξωτερικής πολιτικής. Έχουν αποφευχθεί οξύτητες με τις γειτονικές χώρες, ενώ προωθείται μια εποικοδομητική συνεργασία στα πλαίσια της καλής γειτονίας και του σεβασμού του διεθνούς δικαίου. Λύση, βέβαια, στο Κυπριακό, στο θέμα της ονομασίας του κράτους των Σκοπίων, που ορισμένοι προσπαθούν λανθασμένα να το θεωρούν ως μη πραγματικό πρόβλημα, ή στις ελληνοτουρκικές διαφορές δεν έχει επιτευχθεί. Ωστόσο οι σχέσεις μας με τους γείτονες δεν έχουν σημειώσει χειροτέρευση. 

Ο σημερινός κόσμος έχει γίνει πολύ μικρός και ό,τι συμβαίνει χιλιάδες μίλια μακριά δεν μας είναι πλέον αδιάφορο. Ας έχουμε πάντα κατά νου όσα έλεγε πριν από δύο περίπου αιώνες ο μεγάλος γάλλος διπλωμάτης και πολιτικός, ο Ταλεϋράνδος. Ότι τα πράγματα δεν πάνε ποτέ τόσο καλά όσο τα ευχόμαστε, ούτε τόσο άσχημα όσο τα φοβόμαστε.

Μοιράσου στο Google Plus
Αν βρήκατε το άρθρο ενδιαφέρον, κάντε κλικ εδώ

Για γρήγορη και άμεση ενημέρωση ακολουθείστε μας στο Twitter και στο Google+.

loading...