Πυρκαγιές σε τρία μέτωπα καίνε την Κυβέρνηση

Του Βασίλη Γεώργα

Αντιμέτωπη με εστίες φωτιάς που ξεσπούν ταυτόχρονα στα μέτωπα της οικονομίας, της εξωτερικής πολιτικής και της κοινωνίας βρίσκεται η κυβέρνηση καλούμενη να διαχειριστεί την κατάσβεσή τους σε μια περίοδο που εμφανίζεται πιο αποδυναμωμένη από ποτέ στα δύο τελευταία χρόνια της πολιτικής κυριαρχίας της.

Η ραγδαία δημοσκοπική φθορά που υφίσταται στο εσωτερικό, ηχεί σύμφωνα με την αντιπολίτευσης αλλά και έναν μεγάλο αριθμό στελεχών εντός της κυβέρνησης σαν συναγερμός για τις δυνατότητες αποτελεσματικής διακυβέρνησης της χώρας καθώς οξύνει την εντύπωση ότι χάνονται τα ερείσματα στην κοινωνία αλλά και η ικανότητα του Μαξίμου να καθορίσει τους όρους του παιχνιδιού και να αντιστρέψει την εικόνα. Η αίσθηση αυτή διαπερνά πλέον και την ίδια την κυβέρνηση η οποία έχοντας περιορισμένες επιλογές μπροστά της, επιχειρεί ταχύτατα πλέον να ανοίξει δια του εταίρου Π. Καμμένου τη συζήτηση για διεύρυνση της οριακής πλειοψηφίας με την ένταξη της Ένωσης Κεντρώων στο κυβερνητικό σχήμα, και παράλληλα να αναζητήσει συγκλίσεις επί προγραμματικών θέσεων με πρόσωπα εκτός ΣΥΡΙΖΑ, σε μια προσπάθεια να διεμβολίσει τους αδύναμους κρίκους της αντιπολίτευσης και να αντλήσει προσωπικότητες για τον θρυλούμενο ανασχηματισμό.

Στο μέτωπο της οικονομίας κλονίζεται, με κίνδυνο να καταρρεύσει πρόωρα, το κεντρικό αφήγημα ότι αρκεί η διευθέτηση του χρέους εντός του 2016, η μείωση των πρωτογενών πλεονασμάτων στο μέλλον και η ένταξη στην ποσοτική χαλάρωση, για να κινητοποιηθούν διεθνή κεφάλαια και να επιστρέψει η χώρα σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης. Με δεδομένο πως ο ένας μετά τον άλλο κορυφαίοι κυβερνητικοί παράγοντες (Δραγασάκης, Σταθάκης κλπ.) διαφοροποιούνται από την επίσημη γραμμή και παραδέχονται δημόσια πως το χρέος είναι μια υπόθεση που θα αντιμετωπιστεί στο μέλλον και όχι τώρα, προδιαγράφεται ακόμη μια πολιτική ήττα.

Αποδεικνύεται τώρα, εν μέσω αναζωπύρωσης των διαφωνιών μεταξύ ΔΝΤ και Βερολίνου που προοιωνίζονται νέες αναβολές, πόσο μεγάλο στρατηγικό σφάλμα ήταν για την κυβέρνηση να ρίξει όλο το βάρος στην προσδοκία «πολιτικής λύσης», αντί να λάβει εξ αρχής συγκεκριμένες πρωτοβουλίες για να αλλάξει το κλίμα, να υποστηρίξει την ανάκαμψη της οικονομίας και να αποκαταστήσει την διαταραχθείσα σχέση με τους διεθνείς επενδυτές.

Ο πήχης των προσδοκιών για το χρέος έχει ανέβει τόσο ψηλά σε σχέση με τις πραγματικές δυνατότητες παρεμβάσεων, ώστε ακόμη και αν ολοκληρωθεί η δεύτερη αξιολόγηση ως το τέλος του έτους, υπάρχει κίνδυνος τελικά να μην ενεργοποιηθεί εγκαίρως ο αυτόματος πιλότος που θα «απογειώσει» την οικονομία. Σε μια τέτοια περίπτωση το αποτέλεσμα θα είναι μια ακόμη συντριβή μέσα στους προσεχείς μήνες καθώς δεν έχει προβλεφθεί κανένα δίκτυ ασφαλείας απέναντι στο ενδεχόμενο μη ευόδωσης των διαπραγματεύσεων.

Οι ιδιαίτερα φιλόδοξοι στόχοι του προϋπολογισμού 2017, που κατατίθεται με τη μορφή προσχεδίου σήμερα στη Βουλή, επιτείνουν αυτή την αβεβαιότητα. Η ελληνική οικονομία καλείται σύμφωνα με τις προβλέψεις των ευρωπαίων δανειστών και της κυβέρνησης όχι μόνο να αντεπεξέλθει στο νέο βαρύ πακέτο φορολογικών μέτρων και συνταξιοδοτικών περικοπών αλλά να πετύχει ένα πραγματικό θαύμα για το οποίο κανείς δεν έχει πειστεί: να απορροφήσει δηλαδή τις υφεσιακές επιπτώσεις από τα πρόσθετα μέτρα ύψους 3 δισ. ευρώ που ενεργοποιούνται την επόμενη χρονιά, και παράλληλα να καταγράψει τις καλύτερες επιδόσεις της τελευταίας 10ετίας σε όρους ανάπτυξης αυξάνοντας το ΑΕΠ της κατά 2,7% και αποδίδοντας πρωτογενές πλεόνασμα υπερτριπλάσιο του φετινού στόχου, ήτοι πάνω από 3 δισ. ευρώ (1,7% του ΑΕΠ).

Προς το παρόν, πέραν της μετάβασης από την ύφεση στη στασιμότητα μετά το δεύτερο τρίμηνο του 2016, δεν υπάρχει καμία σοβαρή ένδειξη που να δημιουργεί αισιοδοξία ότι οι στόχοι αυτοί θα επιβεβαιωθούν. Εξ ου και το γεγονός ότι τα ελληνικά περιουσιακά στοιχεία (ομόλογα, Χρηματιστήριο, επενδύσεις στην πραγματική οικονομία), συνεχίζουν να βρίσκονται σε καραντίνα από τους διεθνείς επενδυτές οι οποίοι δεν έχουν πειστεί.

Η προσπάθεια αποκατάστασης της εμπιστοσύνης δυσχεραίνει πλέον πολύ περισσότερο υπό το βάρος των ανησυχητικών εξελίξεων στο μέτωπο των διεθνών σχέσεων της χώρας και ειδικότερα με την τεχνητή ένταση που καλλιεργεί η Τουρκία. Το ένα σκέλος της υποβόσκουσας αυτής κρίσης που αναζωπυρώνει το ρίσκο «ατυχήματος», άπτεται αυστηρά εθνικών θεμάτων με την έμμεση αμφισβήτηση των νησιωτικών συνόρων στο Αιγαίο, και το έτερο είναι συνδεδεμένο με τη διαχείριση του μεταναστευτικού και τις ευρύτερες επιδιώξεις της Τουρκίας να εκμεταλλευτεί το πρόβλημα για να πιέσει την Ευρώπη προς την κατεύθυνση μεγαλύτερων παραχωρήσεων στο πλαίσιο των ενταξιακών διαπραγματεύσεων. Ανεξαρτήτως πραγματικών επιδιώξεων, είναι η πρώτη φορά στα τελευταία 20 χρόνια που ελληνική κυβέρνηση καλείται να αντιμετωπίσει μια τόσο περίπλοκη κατάσταση έντασης με τους γείτονές της χώρας, και το γεγονός αυτό δεν φαίνεται να είναι άσχετο της αδύναμης πολιτικά και οικονομικά θέσης στην οποία έχει περιέλθει.

Κι αν στο μέτωπο της εξωτερικής πολιτικής η απαραίτητη διακομματική συσπείρωση για την προάσπιση των ελληνικών θέσεων δημιουργεί πεδία συνεννόησης, δεν συμβαίνει το ίδιο με τις πολιτικές που εφαρμόζονται από την κυβέρνηση και πλήττουν τα ευρύτερα λαϊκά στρώματα που την παρείχαν σε δύο εκλογικές αναμετρήσεις τη στήριξή τους.

Το τελευταία περιστατικό στη Θεσσαλονίκη όπου αλληλέγγυοι διέκοψαν εκδίκαση για πλειστηριασμό ακινήτου, αποτελεί μια προειδοποίηση από «τα κάτω» για το τι θα ακολουθήσει τους επόμενους μήνες όταν οι τράπεζες θα ανοίξουν πλέον διάπλατα το Κουτί της Πανδώρας για να διασφαλίσουν τη δική τους βιωσιμότητα, και θα βρεθούν απέναντι σε τρία εκατομμύρια κόκκινους δανειολήπτες.

Το διάστημα που ακολουθεί από τον Οκτώβριο και μετά θα αποτελέσει μια ισχυρή δοκιμασία στις σχέσεις κυβέρνησης – κοινωνίας. Οι επερχόμενες αλλαγές στις εργασιακές σχέσεις στο πλαίσιο της δεύτερης αξιολόγησης, αλλά και τα μέτρα που έχουν ήδη ψηφιστεί και θα τεθούν σε εφαρμογή είναι τέτοια που θα πλήξουν ταυτόχρονα τόσο τη λεγόμενη «μεσαία τάξη» όσο και την επιχειρηματικότητα. Οι αυξήσεις στον φόρο του πετρελαίου θέρμανσης τον Οκτώβριο και των καυσίμων κίνησης τον Ιανουάριο, ο επόμενος κύκλος κατάργησης του χαμηλού ΦΠΑ των ακριτικών νησιών (από 16% σε 24%), η αύξηση των λογαριασμών στα τηλέφωνα και οι αλλαγές στο ασφαλιστικό των ελεύθερων επαγγελματιών, έχουν αναλυθεί επαρκώς αλλά οι επιπτώσεις τους δεν έχουν αποτυπωθεί ούτε στο ελάχιστον στην οικονομία και το πολιτικό σκηνικό.

Μοιράσου στο Google Plus
Αν βρήκατε το άρθρο ενδιαφέρον, κάντε κλικ εδώ

Για γρήγορη και άμεση ενημέρωση ακολουθείστε μας στο Twitter και στο Google+.

loading...