Η συνεχής διαφθορά του πολιτικού προσωπικού στην χώρα μας και πως αυτή οδήγησε στην απαξίωση του και στην επιβολή δικτατοριών

Γράφει ο ΑΛΩΠΗΞ 

Ως γνωστόν, Ελληνοτουρκικός Πόλεμος του 1897 ή, διαφορετικά, κατέληξε σε ήττα της Ελλάδας και την υποβολή της σε διεθνή οικονομικό έλεγχο, ύστερα από απαίτηση της Γερμανίας. Η σημασία του υπήρξε τεράστια για τον Ελληνισμό, αφού είχε σαν συνέπεια μεγάλες πολιτικές και όχι μόνο για αυτόν αλλαγές. 

Η Ελλάδα αναγκάστηκε να πληρώσει ένα μεγάλο ποσό σαν πολεμικές αποζημιώσεις, καθώς και να δώσει ένα μικρό κομμάτι της Θεσσαλίας στην Τουρκία. Η ελληνική κυβέρνηση του Δ. Ράλλη για να πληρώσει το ποσό αυτό υποχρεώθηκε να παραχωρήσει στην Επιτροπή του Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου (Τον έλεγχο εκτελούσε μια εξαμελή επιτροπή, η Διεθνής Οικονομική Επιτροπή μόνιμη εγκατάσταση στην Ελλάδα από το 1897 μέχρι το 1978, για 81 χρόνια), όλες τις θεωρούμενες επαρκείς προσόδους για αποζημίωση.

Έτσι επιβλήθηκε στην χώρα μερικός έλεγχος από τους πιστωτές της, που ήταν όμως κατά βάση τυπικός κι όχι ουσιαστικός, χωρίς δυνατότητα από μέρους τους πλήρης παρέμβασης στα ελληνικά δημόσια οικονομικά (σε αντίθεση με την τρόικα σήμερα), μαζί με εφαρμογή σκληρής πολιτικής λιτότητας ως το 1911. Είχε φυσικά προηγηθεί το 1893 η πτώχευση της χώρας υπό την πρωθυπουργία του Χαρίλαου Τρικούπη και έτσι η πλήρης αδυναμία της να μπορέσει ουσιαστικά να ανορθωθεί, να εξοπλιστεί και να υπερασπίσει ουσιαστικά τον εαυτό της.

Όλα αυτά, δηλαδή η ταπεινωτική ήττα της χώρας, η μεγάλη εθνική ταπείνωση, η οικονομική καταστροφή (και ο μετέπειτα οικονομικός έλεγχος της χώρας), σε συνδυασμό με την εξαιρετική διαφθορά, τα συνεχή σκάνδαλα όλων των πολιτικών κομμάτων, τις έντονες μεταξύ τους πολιτικές διαμάχες και την ασυνεννοησία που επικρατούσε την έντονη κοινωνική αναταραχή την έκρηξη του κινήματος στο Γουδί το 1909.

Το Κίνημα στο Γουδί της Αθήνας εκδηλώθηκε το 1909, την νύχτα προς την 15η Αυγούστου, όταν ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος προχώρησε σε στάση που άλλαξε την ιστορία της νεώτερης Ελλάδας. Ο συνταγματάρχης Νικόλαος Ζορμπάς ήταν επικεφαλής του 'Εθνικού Κινήματος.

Ο «Στρατιωτικός Σύνδεσμος» γεννήθηκε από τη σύμπραξη μιας ομάδας υπαξιωματικών υπό τον ταγματάρχη Γεώργιο Σ. Καραϊσκάκη, εγγονό του στρατηγού της Ρούμελης, και μιας ομάδας κατώτερων αξιωματικών υπό τους Θεόδωρο Πάγκαλο και Επαμεινώνδα (Παμμίκο) Ζυμβρακάκη.

Η ομάδα των υπαξιωματικών ιδρύθηκε πρώτη (συμμετείχαν σε αυτήν μεταξύ άλλων και οι Νικόλαος Πλαστήρας και Γεώργιος Κονδύλης) και είχε ως αιχμή επαγγελματικά αιτήματα. Η ομάδα των «λοχαγών» ξεκίνησε τον Οκτώβριο του 1908 με έναν πυρήνα περί τους υπολοχαγούς Θεόδωρο Πάγκαλο και Χρήστο Χατζημιχάλη. Αυτοί, υπέγραψαν το πρώτο πρωτόκολλο του «Στρατιωτικού Συνδέσμου».

Ο Ζορμπάς ήταν μετριοπαθής και συντηρητικός, που δεν επέτρεψε στην εξέγερση να πάρει ακραία αντιδυναστική μορφή, ενώ άλλος σημαντικός πρωταγωνιστής του, ήταν ο -νεαρός ανθυπολοχαγός τότε- Θεόδωρος Πάγκαλος, κινητήριος μοχλός της μυήσεως συναδέλφων του στην ενέργεια.
Το πρόγραμμα του Συνδέσμου, σε ήπιο τόνο, με γενικές ευχές για μεταρρυθμίσεις στο στρατό, την διοίκηση και την παιδεία, απέκλειε ρητά κάθε περίπτωση καθεστωτικής αλλαγής, δικτατορίας, συνταγματικής τροποποίησης ή κατάργησης της κυβέρνησης. Ζητούσε απλώς την απομάκρυνση του Διαδόχου Κωνσταντίνου και των υπόλοιπων πριγκίπων από το στράτευμα και πρότεινε σειρά μέτρων για στρατιωτική αναδιοργάνωση.

Τους όρους των Επαναστατών αποδέχθηκε ο Κυριακούλης Μαυρομιχάλης, που σχημάτισε την κυβέρνηση Μαυρομιχάλη μετά την παραίτηση του Ράλλη, οπότε και ο αρχηγός του Συνδέσμου, Νικόλαος Ζορμπάς, έδωσε διαταγή στις επαναστατημένες μονάδες να γυρίσουν στις θέσεις τους, χωρίς έτσι να εγκαθιδρυθεί δικτατορία, σύμφωνα με τις παροτρύνσεις μεγάλης μάζας του λαού και του φοιτητικού κόσμου.

Το μεγαλειώδες συλλαλητήριο των συντεχνιών της Αθήνας και του Πειραιά, που πραγματοποιήθηκε στις 14 Σεπτεμβρίου, έκανε πρόδηλη πλέον την υποστήριξη του λαού στις θέσεις του Συνδέσμου, ενώ η υποστήριξη που βρήκε το Κίνημα προκάλεσε την έντονη ανησυχία των πολιτικών κομμάτων, του Θρόνου και των Ξένων Δυνάμεων. Από την έλευση του Βασιλιά Γεωργίου Α΄ το 1863 μέχρι το 1909, για 46 χρόνια, δεν υπήρξε ως τότε καμία ανάμιξη του στρατού στη πολιτική.

Κατά τους επόμενους μήνες η πολιτική ζωή βασίζεται σε εύθραυστες ισορροπίες με εμφανείς τους κινδύνους της εκτροπής είτε προς την εμφύλια αναμέτρηση είτε προς την επιβολή στρατιωτικού καθεστώτος.
Εξάλλου, ο χαρακτήρας του Συνδέσμου δεν ήταν σαφής ιδεολογικά και πολιτικά ενώ η παρέμβασή του ήταν αποτέλεσμα δυσαρέσκειας απέναντι στα παλιά κόμματα και στα ανάκτορα. Η κατάσταση ήταν μάλλον αδιέξοδη και πλέον γίνεται κοινή συνείδηση η ανάγκη για ομαλή διέξοδο από την πολιτική κρίση.

Ο Σύνδεσμος επιθυμούσε αρχικά την εγκαθίδρυση δικτατορίας, ωστόσο επικράτησαν οι πιο ψύχραιμες φωνές. Έτσι, μετά από πρόταση του λοχαγού Σάρρου, ο υπολοχαγός Κονταράτος βολιδοσκόπησε τον Οκτώβριο του 1909 τον Ελευθέριο Βενιζέλο ο οποίος είχε σχέση με το κίνημα.
Ο Βενιζέλος έφθασε στον Πειραιά στις 28 Δεκεμβρίου 1909 και υπέδειξε τη μοναδική λύση: υπηρεσιακή κυβέρνηση και προκήρυξη εκλογών για την ανάδειξη αναθεωρητικής Βουλής για την πραγματοποίηση των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων. Στις 22 Ιανουαρίου 1910 αναχωρούσε για την Κρήτη, έχοντας θεμελιώσει την αναμόρφωση της πολιτικής ζωής.

Τα τελικά αποτελέσματα του κινήματος ήταν τελικά θετικά για την χώρα, αφού επήλθε σε αυτή η πτώση και αλλαγή του διεφθαρμένου παλαιού πολιτικού προσωπικού, η εθνική αναζωογόνηση, η ενδυνάμωση της οικονομίας και του στρατού, οι νίκες στους βαλκανικούς πολέμους και τον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο καθώς και η μέγιστη επέκταση των συνόρων της Ελλάδας με την συνθήκη των Σεβρών.
Όμως παράλληλα ήταν όπως προαναφέρθηκε και η πρώτη επέμβαση του στρατού στα εσωτερικά της χώρας (αλλά όχι και η τελευταία), αφού κατά τύχη (λόγω άρνησης του Ζορμπά) δεν επεβλήθη δικτατορία τότε και προμήνυε το τι θα επακολουθούσε στο μέλλον στην χώρα.

Η αντίστοιχη πορεία της χώρας και η εγκαθίδρυση δικτατορίας σε αυτή, λόγω αντίστοιχων πολιτικών συμπεριφορών σε αυτή επαναλήφθηκε για άλλη μία φορά το 1936.
Προηγήθηκε βέβαια η οικονομική κρίση του 1929 στο Χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης, η οποία δημιούργησε τεράστια προβλήματα στην ελληνική οικονομία, και ο τότε πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος, ο οποίος βρισκόταν τότε στην εξουσία, επειδή οι εξαγωγές της χώρας είχαν πέσει, και συνέβη μείωση συναλλάγματος, ενώ παράλληλα υπήρχαν και οι τόκοι δανείων που έπρεπε να πληρωθούν (Ο Βενιζέλος έκανε το ίδιο λάθος με τον Τρικούπη και σύναψε πολλά τοκογλυφικά δάνεια).
Επιπλέον ο Βενιζέλος εγκατέλειψε τον κανόνα του χρυσού, ενώ δεν πέτυχε να συνάψει νέα δάνεια από το εξωτερικό και σαν αποτέλεσμα η κυβέρνηση του αναγκάστηκε να υποτιμήσει την δραχμή και το 1932 να ανακηρύξει την πτώχευση της χώρας.

Πριν από αυτό το γεγονός είχε προηγηθεί ένα όργιο σκανδάλων, οικονομικής διαφθοράς, ατασθαλιών, υπεξαιρέσεων, νεποτισμού, πραξικοπημάτων και κινημάτων (παρακινούμενων άλλοτε από τον Βενιζέλο και άλλοτε από τους εχθρούς του), αυταρχισμού και διώξεων, τόσο από τον Βενιζέλο όσο και τους αντιπάλους του, που είχαν σαν αποτέλεσμα για άλλη μία φορά μετά το 1909, την πλήρη απαξίωση όλου του τότε πολιτικού προσωπικού της χώρας.

Ο ίδιος ο Βενιζέλος αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την χώρα μετά την αποτυχία δύο πραξικοπημάτων παρακινούμενων (για πολλούς) από τον ίδιο, όταν έχασε τις εκλογές στην χώρα, και η εκλεγμένη κυβέρνηση που ακολούθησε, έπεσε σύντομα από πραξικόπημα του στρατηγού Κονδύλη, ο οποίος αυτό-διορίστηκε αντιβασιλιάς της χώρας και με νόθο δημοψήφισμα επανέφερε στην θέση του βασιλιά τον Γεώργιο Β’ (και κατά παράδοξο, μυστήριο και ανεξήγητο τρόπο ο Ελευθέριος Βενιζέλος έγραψε πριν πεθάνει σε ένα γράμμα στον φίλο του, μόλις έμαθε την επανόρθωση της βασιλείας και τον διορισμό του Μεταξά ως πρωθυπουργού «Ζήτω ο Βασιλέυς»).

Και παρόλο που ο βασιλιάς σύντομα έδιωξε τον Κονδύλη, υπήρχε μεγάλη οικονομική αναταραχή στην χώρα, παράλληλη ανάγκη να μπορέσουν να φροντιστούν πολλοί πρόσφυγες από την Μικρά Ασία, δεν υπήρχε ικανοποιητικός και σύγχρονος οπλισμός (αφού η χώρα εξαιτίας όλων των πολίτικων της δεν είχε εξοπλιστεί για σχεδόν μία δεκαετία, ενώ παράλληλα είχε μειωθεί σε πολύ μικρό ποσοστό τόσο τα κονδύλια για τον στρατό, όσο και η θητεία και το μέγεθος αυτού).
Αυτό συνέβη επειδή όλοι οι πολιτικοί του τότε (όπως και τώρα) πίστευαν σε αιώνια ειρήνη και «Ελληνοτουρκική Φιλία», που σε συνδυασμό με την εξαιρετική διαφθορά, τα συνεχή σκάνδαλα όλων των πολιτικών κομμάτων, τις έντονες μεταξύ τους πολιτικές διαμάχες και την ασυνεννοησία που επικρατούσε, οδήγησε σε έντονη κοινωνική αναταραχή ανάλογη με αυτή που οδήγησε στην έκρηξη του κινήματος στο Γουδί το 1909.


Οι εφημερίδες (Ελεύθερο Βήμα, Καθημερινή, Ακρόπολη, Πατρίς) και όλοι οι πολιτικοί από όλα τα κόμματα (Ελευθέριος Βενιζέλος από την εξορία, Πλαστήρας, Πάγκαλος, Μιχαλακόπουλος, Βλάχος, Γεώργιος Παπανδρέου, Δεμερτζής, Τσαλδάρης, ακόμα και ο Παπαναστασίου ο θεωρούμενος πατέρας της Β’ Ελληνικής Δημοκρατίας) καλούσαν για την επιβολή δικτατορίας στην χώρα (και κατά παράδοξο τρόπο όλοι οι παραπάνω πολιτικοί αρχηγοί και υποστηρικτές θεωρητικά της δημοκρατίας στην χώρα ήταν οπαδοί του Μουσολίνι και του Φασισμού και ζητούσαν να επιβληθεί ένα αντίστοιχο δικτατορικό καθεστώς και στην Ελλάδα).

Έτσι όταν ο Μεταξάς διορίστηκε πρωθυπουργός, πήρε συντριπτική ψήφο εμπιστοσύνης από όλα τα μεγάλα κόμματα (πλην του ΚΚΕ) με 241 ψήφους υπέρ, 16 κατά και δύο αποχές (εκτός των ψήφων των Παπαναστασίου, Παπανδρέου, Τσαλδάρη, Θεοτόκη, κυρίως λόγω της μη χορήγησης και απόκτησης από μέρους τους υψηλών πολιτικών αξιωμάτων, παρά σε λόγους υπεράσπισης της δημοκρατίας).

Παράλληλα τις 30 Απριλίου 1936 η βουλή αποφάσισε την αυτοκατάργηση της για ένα πεντάμηνο, ως τα τέλη Αυγούστου του 1936. Ύστερα συνέβησαν έντονες απεργίες στην χώρα και μεγάλες πολιτικές αναταραχές υποκινούμενες από το ΚΚΕ, με συνέπεια τις 4 Αυγούστου του 1936 να εγκαθιδρυθεί με αφορμή την πάταξη του πολιτικού χάους, δικτατορία στην χώρα, με όλα τα θετικά και τα αρνητικά αποτελέσματα που επέφερε το καθεστώς αυτό στην Ελλάδα.

Το σκηνικό αυτό επαναλήφθηκε για άλλη μία φορά το 1967. Πιο πριν τις 16 Φεβρουαρίου 1964 η Ένωση Κέντρου κέρδισε με ένα από τα υψηλότερα ποσοστά στην ιστορία των ελληνικών εκλογών (52,72%) και ο Γ. Παπανδρέου είχε σχηματίσει αυτοδύναμη κυβέρνηση με 171 βουλευτές.
Αφορμή για την παραίτησή του από την πρωθυπουργία τον Ιούλιο του 1965, καθώς και για την αποστασία της ίδιας χρονιάς υπήρξε η διαμάχη του με τον τότε βασιλιά Κωνσταντίνο για το πρόσωπο του υπουργού Εθνικής Άμυνας και την αλλαγή του αρχηγού ΓΕΣ.

Ο Παπανδρέου επιθυμούσε να αντικαταστήσει τον ως τότε υπουργό Πέτρο Γαρουφαλιά και τον αρχηγό ΓΕΣ στρατηγό Γεννηματά, οι οποίοι κατά την άποψή του ελέγχονταν από το παλάτι, με ανθρώπους της εμπιστοσύνης του. Ο ίδιος ο Γαρουφαλιάς είχε την άποψη ότι ο Γ. Παπανδρέου επιθυμούσε, παγίως και με συνεχείς παρεμβάσεις, να κομματικοποιήσει τις Ένοπλες Δυνάμεις και να πλήξει το αξιόμαχό τους, ιδιαίτερα εν όψει της απειλής της Τουρκίας στην Κύπρο.


Ο Γ. Παπανδρέου είχε εκδηλώσει την πρόθεση να αναλάβει ο ίδιος το Υπουργείο Εθνικής Αμύνης. Ο βασιλιάς αρνούνταν να υπογράψει το σχετικό διάταγμα, προβάλλοντας ως αιτιολογία τη φημολογούμενη εμπλοκή του γιου του (Ανδρέα Παπανδρέου) στην υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ, ένα πολιτικό και στρατιωτικό σκάνδαλο που ξέσπασε στην Ελλάδα στα μέσα Μαΐου του 1965 και ήταν η αφορμή για την αποστασία του 1965.

Βέβαια, τα αληθινά αίτια της κρίσης είναι αρκετά και δεν έχουν ξεκαθαριστεί ακόμα πλήρως. Αφορμή για την άρνηση του βασιλιά να επιτρέψει στον Γ. Παπανδρέου να αναλάβει το υπουργείο Εθνικής Αμύνης ήταν η υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ, η οποία είχε τότε ξεσπάσει και στην οποία φερόταν να εμπλέκεται ο γιος του, Ανδρέας Παπανδρέου. Επρόκειτο για μια μυστική οργάνωση αξιωματικών, οι οποίοι κατηγορούνταν ότι ήθελαν να ανατρέψουν τους «εθνικόφρονες» συναδέλφους τους και να αλληλοπροωθηθούν σε καίριες θέσεις του στρατεύματος.

Ως κύρια αιτία φέρεται η επιθυμία του βασιλιά Κωνσταντίνου και της μητέρας του Φρειδερίκης να ελέγχουν πλήρως το στράτευμα. Άλλωστε για τον ίδιο λόγο είχαν συγκρουστεί τα ανάκτορα στο παρελθόν και με τον Κωνσταντίνο Καραμανλή. Ο Π. Γαρουφαλιάς ήταν πρόσωπο εμπιστοσύνης του Γεωργίου Παπανδρέου, τον οποίο εμπιστευόταν και το Παλάτι.

Ο Γ. Παπανδρέου είχε αποδεχθεί στο παρελθόν την επιλογή ΑΓΕΣ προσκείμενου στο Παλάτι μη θέλοντας να συγκρουστεί μετωπικά με τα ανάκτορα και ως τότε είχε φανεί υποχωρητικός στις απαιτήσεις τους.
Τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή είδε όμως ότι υπονομευόταν από τον Γαρουφαλιά και θεώρησε ότι, αν δικαιούται να είναι πρωθυπουργός, τότε δικαιούται να είναι και υπουργός Αμύνης. Από την αντίδραση του βασιλιά και τις οξύτατες επιστολές του φάνηκε ότι τα ανάκτορα δεν ήταν διατεθειμένα να χάσουν τον έλεγχο του στρατού, δε δίστασαν μάλιστα να δημιουργήσουν και μείζονα κρίση με βαρύτατες συνέπειες για τον σκοπό αυτόν.

Ως επιπλέον αιτία έχει προβληθεί ότι τα ανάκτορα επιδίωκαν τη διάσπαση της Ενώσεως Κέντρου. Παραστρατιωτικά κέντρα στον στρατό και στην ΚΥΠ παρουσίαζαν (για δικούς τους σκοπούς) ψευδείς εκθέσεις για έξαρση του κομμουνισμού στην ύπαιθρο και οι σύμβουλοι των ανακτόρων δυσπιστούσαν προς την Ε.Κ., η οποία ακολουθούσε μια λιγότερο αντικομμουνιστική πολιτική από την ΕΡΕ.
Η διάσπαση αυτή πέτυχε με την ανάθεση της πρωθυπουργίας σε σημαίνοντα στελέχη της Ε.Κ. μετά τον παραγκωνισμό του Γ. Παπανδρέου και με την εξώθηση πολλών βουλευτών να στηρίξουν και να συμμετάσχουν στις κυβερνήσεις των «αποστατών».

Ο Κ. Μητσοτάκης είχε ενεργό ρόλο στις παρασκηνιακές διαβουλεύσεις για τον σχηματισμό και τη στήριξη των κυβερνήσεων των «αποστατών», στον οποίο ενισχυόταν και από τον φίλο του εκδότη της «Ελευθερίας», της μεγαλύτερης κεντρώας εφημερίδας της εποχής, Πάνο Κόκκα.
Σε συζητήσεις με Αμερικανούς διπλωμάτες λίγο πριν τα γεγονότα του Ιουλίου ο Κ. Μητσοτάκης είχε εκφράσει την άποψη ότι ο Α. Παπανδρέου ήταν η κύρια πηγή των προβλημάτων της Ε.Κ. και ότι θα έπρεπε να απομακρυνθεί τόσο από την κυβέρνηση όσο και από την Ελλάδα.

Τα ηγετικά στελέχη των κυβερνήσεων της «αποστασίας» υποστήριξαν ότι κίνητρό τους ήταν η διατήρηση της πολιτειακής ομαλότητας και η αποτροπή κινδύνου πραξικοπήματος. Αποχωρώντας από την Ε.Κ. ο Τσιριμώκος είχε κατηγορήσει τον Γ. Παπανδρέου ότι είχε ταυτίσει τη δημοκρατία με τον εαυτό του, ενώ πριν ακόμη λάβει διαστάσεις η κρίση τόσο αυτός όσο και ο Κ. Μητσοτάκης είχαν προσπαθήσει μάταια να πείσουν τον Γ. Παπανδρέου να υποχωρήσει στις αξιώσεις των ανακτόρων και να μην παραιτηθεί.

Η πρώτη συνέπεια της «αποστασίας» ήταν η πολιτική αστάθεια που δημιουργήθηκε. Το μεγαλύτερο κόμμα, η Ένωσις Κέντρου, διασπάστηκε και βασικά στελέχη της αποχώρησαν. Έτσι το κόμμα που στις εκλογές του 1964 είχε λάβει 52% των ψήφων βρέθηκε στην αντιπολίτευση, ενώ η κυβέρνηση ήταν πλέον ουσιαστικά όργανο του βασιλιά. Με τον τρόπο αυτόν παραβιάστηκε η αρχή της λαϊκής κυριαρχίας.


Η πιο σημαντική συνέπεια όμως ήταν η απαξίωση της πολιτικής και των πολιτικών και η εξουδετέρωση της άμυνας του συστήματος απέναντι σε πολιτειακές εκτροπές. Αυτή η απαξίωση και η άμβλυνση των μηχανισμών άμυνας εξέθρεψαν και επέτρεψαν το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967. 

Αφενός για να πειστούν οι βουλευτές της Ε.Κ. να αποχωρήσουν χρησιμοποιήθηκαν ταπεινά δολώματα. Προσφέρθηκαν υπουργικοί θώκοι σε πολιτικούς ήσσονος σημασίας για να στηρίξουν τις κυβερνήσεις, έτσι ώστε δημιουργήθηκε η εντύπωση πως όποιος βουλευτής αποχωρούσε από την Ε.Κ. λάμβανε αυτόματα και υπουργείο. Παράλληλα υπήρξαν και καταγγελίες για χρηματισμό και εξαγορά ψήφων.

Συνέπεια αυτού ήταν η μείωση της εμπιστοσύνης του κόσμου στη δημοκρατία, αφού έβλεπε ότι οι πολιτικοί ήταν διατεθειμένοι να αλλάζουν γνώμη και στρατόπεδο εν μιά νυκτί προκειμένου να εξασφαλίσουν υλικά ανταλλάγματα.

Αφ' ετέρου με την επιμονή του βασιλιά να ελέγχει το στράτευμα και με την αναταραχή που δημιουργήθηκε λόγω αυτής τελικά αφέθηκαν να δρουν ανεξέλεγκτα οι παραστρατιωτικές ομάδες με κυριότερη αυτήν του τότε αντισυνταγματάρχη Παπαδόπουλου, κατοπινού δικτάτορα.
Οι πολιτικοί όλων των παρατάξεων αλλά και τα ανάκτορα φέρθηκαν κοντόφθαλμα και στάθηκαν ανίκανοι να προβλέψουν τους κινδύνους από αυτήν την πολιτειακή κρίση που είχαν σαν τελικό αποτέλεσμα το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967 και την άνοδο των χουντικών συνταγματαρχών στην εξουσία που με σόου και θεάματα προσπάθησαν να κερδίσουν την υποστήριξη του κόσμου αλλά στο τέλος κατάφεραν με τα καμώματα τους να φέρουν την απόλυτη καταστροφή στην πατρίδα (όπως ακριβώς πράττει σχεδόν και η τωρινή συγκυβέρνηση).

Αυτό το άθλιο πολιτικό σκηνικό, σε συνδυασμό με την μεγάλη πολιτική και οικονομική αναταραχή στην χώρα, σε συνδυασμό με την εξαιρετική διαφθορά, τα συνεχή σκάνδαλα όλων των πολιτικών κομμάτων, τις έντονες μεταξύ τους πολιτικές διαμάχες και την ασυνεννοησία που επικρατούσε μαζί με την έντονη κοινωνική αναταραχή, εξηγούν την έκρηξη του πραξικοπήματος της 21ης Απριλίου 1967, και την εύκολη επικράτηση του στην χώρα αφού κανένας πολίτης δεν υπήρχε περίπτωση να δώσει την ζωή του για τόσο διεφθαρμένους πολιτικούς ηγέτες.

Τέλος στις μέρες μας, για άλλη μία φορά η χώρα μας κυριαρχείται από ένα παντελώς άθλιο και διεφθαρμένο πολίτικο σύστημα, που μπροστά του ωχριούν όλα τα προηγούμενα διεφθαρμένα πολιτικά καθεστώτα που πέρασαν από την πατρίδα μας.
Ένα σύστημα τόσο απόλυτα διεφθαρμένο και καταπιεστικό, το οποίο σε συνδυασμό με την μεγάλη πολιτική και οικονομική αναταραχή που κυριαρχεί στην χώρα, την έντονη εισροή λαθρομεταναστών σε αυτή λόγω των πολιτικών επιλογών για πολιτική ανοιχτών συνόρων των κυβερνώντων της, την μη τήρηση των δεσμεύσεων των εκπροσώπων του, την ωμή και ολοφάνερη ανατροπή της λαϊκής θέλησης (π.χ. με το δημοψήφισμα του Ιουνίου του 2015), και την επιβολή συνεχών επώδυνων μνημονίων στον λαό και την χώρα, σε συνδυασμό με την εξαιρετική διαφθορά, τα συνεχή σκάνδαλα όλων των πολιτικών κομμάτων, τις έντονες μεταξύ τους πολιτικές διαμάχες, τα ασύστολα ψέματα σε βάρος του λαού, του ξεπουλήματος της χώρας και των πόρων της στους ξένους (τρόικα), τα σύμφωνα συμβίωσης, τις απειλές και προκλήσεις των Τούρκων, την ασυνεννοησία που επικρατεί, μαζί με την έντονη κοινωνική αναταραχή, δείχνουν μία εικόνα σήψης και πλήρης παρακμής, όσο ποτέ άλλοτε για την χώρα μας.



Που θα οδηγήσει άραγε αυτή η κατάσταση; Στην οριστική πτώση και καταστροφή της χώρας μας ή μήπως θα υπάρξει για άλλη μία φορά ένας από μηχανής Θεός (π.χ. ένα νέο στρατιωτικό κίνημα μαζί με λαϊκή εξέγερση, μαζί με παράλληλες και συνεχείς απρόσμενα εναλλασσόμενες διεθνείς εξελίξεις), ο οποίος θα επιφέρει όπως στα αρχαία δράματα την κάθαρση και την ακμή στην χώρα;
Κανείς δεν ξέρει, αλλά μόνο εάν αυτοοργανωθούμε σωστά όλοι μαζί σαν λαός θα μπορέσουμε να δημιουργήσουμε όλες εκείνες τις απαραίτητες δυνάμεις και προϋποθέσεις, οι οποίες θα μας βοηθήσουν να απελευθερωθούμε πολιτικά και πνευματικά (τόσο σαν χώρα, όσο και σαν άνθρωποι), και θα μας οδηγήσουν για μία ακόμα φορά σε μία αξιοζήλευτη και ευημερούσα ανορθωτική πορεία.
Μοιράσου στο Google Plus
Αν βρήκατε το άρθρο ενδιαφέρον, κάντε κλικ εδώ

Για γρήγορη και άμεση ενημέρωση ακολουθείστε μας στο Twitter και στο Google+.

loading...