Ένας χρησμός δεκαετής

του Μιχάλη Α. Μελετίου

Ένας πολύ αγαπητός φίλος και (για καλή μου τύχη) αναγνώστης, σε πρόσφατη συνάντησή μας, μου εξέφρασε τη δυσαρέσκεια του διότι στον λόγο μου συχνά εκφράζω μια έντονη κριτική στον απλό πολίτη. Δηλαδή στον ελληνικό λαό. Για να είμαι δίκαιος βέβαια, δεν παρέλειψε να μου επισημάνει και το γεγονός ότι η κριτική ασκείται και έναντι των κυβερνόντων έστω και αν τις περισσότερες φορές δεν αναφέρομαι ευθέως σε αυτούς. Η αλήθεια είναι ότι πράγματι, σπάνια αναφέρομαι στους έχοντες την εξουσία διότι θεωρώ δυστυχώς ότι δεν εκφράζουν την βούληση των πολιτών που τους εξέλεξαν. Ομοιάζουν και συμπεριφέρονται οι πολιτικοί μας σαν κάποιους αρχαίους βυρσοδέψες των Αθηνών που είχαν για συνήθειο να είναι σε πρώτο χρόνο άψογοι στα λόγια, αλλά κατόπιν, αφού εξελέγοντο, χείριστοι στα έργα. Έτσι, επικεντρώνω τις προσπάθειές μου στα σημαντικά∙ ήτοι στην αφύπνιση των πολλών. Στην κινητοποίηση της μάζας. Το πρόβλημα όμως είναι ότι η βούληση των πολιτών τους παρόντες καιρούς δεν είναι γνωστή σε κανέναν ή ακόμα χειρότερα, είναι τόσο αλλότρια σε σχέση με την πραγματικότητα, που χρειάζεται πρώτα να διαλυθεί εις τα εξ ων συνετέθη και να αναθεωρηθεί εκ θεμελίων.

Ο δημόσιος λόγος, τουλάχιστον όσων θέλουν να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στην πατρίδα πέρα από κρυφές ατζέντες και σκοπιμότητες, πρέπει να είναι ξεκάθαρος και όχι σιβυλλικός. Ανιχνευτικός και όχι επιφανειακός. Καταγγελτικός αλλά όχι εμπαθής. Σε κάθε περίπτωση όμως, δεν πρέπει ποτέ να είναι άτολμος ή θωπευτικός στα ώτα των ακροατών ή στα όμματα των αναγνωστών. Επιβάλλεται να είναι ευσταλής δια μέσω των νοημάτων και των πτυχών που αναδεικνύει ή θίγει. Τουτέστιν, ο ρόλος του πολίτη πρέπει να διερευνηθεί, να στηλιτευτεί εφόσον υπάρχουν μεμπτά σημεία αλλά και απαραιτήτως, να δραστηριοποιηθεί.

Προς υπεράσπιση των ισχυρισμών του, ο εκλεκτός συνομιλητής, μου υπενθύμισε με πάθος τα λεγόμενα της κυρίας Άννας Ψαρούδα-Μπενάκη κατά την ορκωμοσία του τότε νεοεκλεγέντα Προέδρου της Δημοκρατίας Κάρολου Παπούλια το 2005. Σύμφωνα με τον αγαπητό μου φίλο, οι εν λόγω ρήσεις εκ μέρους της κυρίας Προέδρου της Βουλής, αποτελούν την καλύτερη απόδειξη ότι όλα όσα ζούμε σήμερα ήταν προ πολλού σχεδιασμένα. Εμείς σήμερα, απλώς ζούμε την εφαρμογή αυτών των σχεδιασμών. Είναι όμως αυτό αληθές;

Η κυρία Ψαρούδα-Μπενάκη, είχε πει τότε τα εξής:

Η ευρωπαϊκή ενοποίηση θα προωθηθεί με την ψήφιση, ενδεχομένως, και της συνταγματικής συνθήκης, τα εθνικά σύνορα και ένα μέρος της εθνικής κυριαρχίας θα περιορισθούν χάριν της ειρήνης, της ευημερίας και της ασφάλειας στη διευρυμένη Ευρώπη, τα δικαιώματα του ανθρώπου και του πολίτη θα υποστούν μεταβολές, καθώς θα μπορούν να προστατεύονται, αλλά ίσως και να παραβιάζονται από αρχές και εξουσίες πέραν των γνωστών και καθιερωμένων και πάντως, η δημοκρατία θα συναντήσει προκλήσεις και θα δοκιμασθεί από ενδεχόμενες νέες μορφές διακυβέρνησης.

Στην πραγματικότητα, οι ρήσεις της κυρίας πρώην Προέδρου της Βουλής επιδέχονται πολλαπλών ερμηνειών. Εγώ προσωπικά δεν αποδέχομαι τα περί συνομωσιολογίας. Η πεποίθηση ότι κάποιοι κινούν τα νήματα παρασκηνιακά με τόση αλάνθαστη μαεστρία λες και η ζωή πρόκειται για κάποιο καλοκουρδισμένο ελβετικό ρολόι, με αφήνει παγερά αδιάφορο. Ίσως ένα κομμάτι της αλήθειας να αποτελεί και αυτή η παράμετρος. Ότι δηλαδή κάποιοι εργάζονται υπογείως και με περίσσεια κυνικότητα. Το μόνο που προσφέρει σε εμάς όμως η μοιρολατρία του ασπασμού των θεωριών συνομωσίας είναι ότι απογυμνώνει τη βούλησή μας. Έτσι, μας αφαιρείται η δυνατότητα για να αντισταθούμε. Γινόμαστε αναλώσιμα γρανάζια του «μηχανισμού».

Η κυρία Ψαρούδα-Μπενάκη το 2005 λειτούργησε ως οιωνοσκόπος. Έβλεπε μια δυναμική, μια τάση, μια μεθόδευση έστω. Εξέπεμψε ένα δημόσιο σήμα κινδύνου προς πολλαπλούς αποδέκτες. Εν έτη 2016 ωστόσο, βλέπουμε την θλιβερή εμπραγμάτωση όλων αυτών και μάλιστα στην χειρότερή τους εκδοχή. Δυστυχώς, μάλλον έπεται και συνέχεια. Το μείζον της όλης ιστορίας είναι ότι προφανώς ήταν κοινό μυστικό ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Υπήρχαν ενδείξεις ότι τα ευρωπαϊκά (και διεθνή) γεγονότα, είτε φανερά είτε παρασκηνιακά, θα μας οδηγούσαν στο άμεσο μέλλον σε ζοφερές στενωπούς. Αφού φτάσαμε στο σημείο να εκστομίζονται τόσο αποκαρδιωτικές προοπτικές δημοσίως και μάλιστα από κορυφαία στελέχη της πολιτικής ζωής του τόπου, αφού κάτι έβριθε σφαλμάτων από την κορφή ως τα νύχια, τότε πώς οι αρχές που γνώριζαν ή έστω υποψιάζονταν σε βαθμό βεβαιότητας τους κινδύνους που ενεμφώλευαν, επέλεξαν να μην τα αποτρέψουν; Ή αν προσπάθησαν και απέτυχαν, γιατί δεν είχαν την τόλμη να το παραδεχτούν δημοσίως αφού το βασικό τους κίνητρο είναι η υπηρεσία του κράτους;

Η απάντηση είναι ότι τον πολίτη δεν τον θεωρούν ισότιμο μέλος. Τον υποτιμούν. Το αληθινό ερώτημα επομένως, αυτό που έχει αξία για τον καθορισμό του στίγματος του απλού πολίτη μέσα στο ραντάρ της πολιτικής ζωής, είναι αν αξίζει πράγματι στον Έλληνα πολίτη να υποτιμάται.

Όποτε παρεισφρέουν στην σκέψη μεγάλα διλήμματα, η καταφυγή στην ποίηση είναι πάντοτε εποικοδομητική. Εκεί, υπάρχουν απαντήσεις. Λιγότερο ή περισσότερο κωδικοποιημένες. Όλες τους όμως ομοιάζουν με καταπέλτες και βαλλίστρες που θέλουν να γκρεμίσουν δια της βίας το τείχος της άγνοιας που περιβάλλει την ψυχή μας.

Κάτι σάπιο υπάρχει στο βασίλειο της Δανιμαρκίας, λέει με πόνο ψυχής ο Μαρτσέλο στον Οράτιο στα μισά περίπου της πρώτης πράξης του Άμλετ, του κορυφαίου δραματουργού Ουίλιαμ Σαίξπηρ. Και ο Οράτιος απαντά: ναι, αλλά ίσια θα τα φέρει ο Θεός. Αν προσθέσουμε μέσα σε αυτές τις 15 λέξεις και τις υπόλοιπες που ψελλίζει αμήχανα στην αρχή του έργου ο Φρανσίσκο στον Μπερνάρτο, κάνει δριμύ ψύχος, και εγώ είμαι ασθενής στην καρδιά, αμέσως ξετυλίγεται ενώπιών μας ολόκληρο σχεδόν το κουβάρι της εν Ελλάδι παρούσας κατάστασης. Κάτι σαπίζει επειδή δεν τρέφεται επαρκώς ή επειδή δεν αερίζεται ή επειδή τραυματίστηκε και κακοφόρμισε λόγω πλημμελούς φροντίδας. Στις δημοκρατίες το βασίλειο είναι ο λαός. Εξάλλου, αυτό σημαίνει και η λέξη βασίλειο (για βάση τον λαό). Τι όμως είναι αυτό που τραυματίστηκε και κακοφόρμισε; Ή ακόμα καλύτερα, τι είναι αυτό που αναβλύζει δυσωδία σήψης; Αυτό το κάτι είναι η καρδιά του βασιλείου, ήτοι ο συναισθηματικός μας κόσμος. Μια ολόκληρη χώρα ασθένησε επειδή κόψαμε βιαίως το συναισθηματικό δέσιμο που είχαμε εμείς οι πολίτες όχι μόνο αναμεταξύ μας, αλλά και μεταξύ ημών και του τόπου μας. Έπαψε πια να μας συγκινεί σε βαθμό χαλιναγώγησης των παθών ο παφλασμός του κύματος που σκάει στην αμμουδιά, σταμάτησε το λαδάκι που μοσχοβολάει βγαίνοντας απ’ το λιοτρίβι να μας κελαηδά για τις χαρές της φύσης, δεν μας συγκινεί πλέον όσο πρέπει το πουλάκι που παίρνει το σπυρί κι η μάνα το ζηλεύει… πώς θα τα φέρει τότε ίσια ο Θεός; Αφού εμείς είμαστε πια οι Θεοί! Μείναμε μόνοι, μόνοι ο καθένας με τον έξαλλο εαυτό του αλυχτώντας για το κάθε τι. Σκούζοντας από ανημποριά. Απλά περιμένοντας τους μαύρους μαντατοφόρους του περουβιανού ποιητή Καίσαρ Βαλλιέχο που μας πέμπονται από τον θάνατο:

Είναι κτυπήματα στη ζωή, τόσο σκληρά… δεν ξέρω!
Χτυπήματα σαν από την οργή του Θεού,
λες και πριν από κείνα το απόπλυμα απ’ όλες τις συμφορές
να λίμναζε μες στην ψυχή… δεν ξέρω!

Και καταλήγει ο σπουδαίος ανανεωτής της λατινοαμερικάνικης ποίησης λέγοντας:

Κι ο άνθρωπος…
στρέφει τα έξαλλα μάτια, κι ολόκληρη η ζωή του τελματώνεται,
σαν μια λίμνη ενοχής, στο βλέμμα.

Μα και ο δικός μας αξεπέραστος Καβάφης, στο ποίημα Τρώες, το θέτει με περίσσεια εκφραστική τέχνη και λεπτή ειρωνεία:

Ειν’ οι προσπάθειές μας σαν των Τρώων.
Θαρρούμε πως με απόφαση και τόλμη
θ’ αλλάξουμε της τύχης την καταφορά.

Αλλ’ όταν η μεγάλη κρίσις έλθει,
η τόλμη και η απόφασις χάνονται.
Ταράττεται η ψυχή μας, παραλύει.
Κι ολόγυρα απ’ τα τείχη τρέχουμε
ζητώντας να γλιτώσουμε με την φυγή.

Πολλά ακόμα μπορούν να σημειωθούν για την απόδειξη του λόγου το ασφαλές. Λόγω συναισθηματικού δεσίματος όμως, παραθέτω ως επίλογο αυτών των σκέψεων, ένα κατατοπιστικότατο απόσπασμα του συμπατριώτη μου Παντελή Μηχανικού παρμένο από τον Ονήσιλό του. Ο ποιητής, βιώνοντας την φρίκη της τουρκικής εισβολής, φωτίζει τις πτυχές που θα θέλαμε να μένουν για πάντα ξεχασμένες μέσα στις σκιές μας:

Δέκα χρόνια έστελλε τις μέλισσές του ο Ονήσιλος
να μας κεντρίσουν
να μας ξυπνήσουν
να μας φέρουν ένα μήνυμα.

Δέκα χιλιάδες μέλισσες έστειλε ο Ονήσιλος
κι όλες ψοφήσανε απάνω στο παχύ μας δέρμα
χωρίς τίποτα να νιώσουμε.

Κι όταν το ποδοβολητό των βαρβάρων
έφτασε στη Σαλαμίνα
φρύαξε ο Ονήσιλος.
Άλλο δεν άντεξε.
Άρπαξε το καύκαλό του
και το θρυμμάτισε απάνω στο κεφάλι μου.

Κι έγειρα νεκρός.
Άδοξος, άθλιος,
καταραμένος απ’ τον Ονήσιλο.

dotnews.gr
Μοιράσου στο Google Plus
Αν βρήκατε το άρθρο ενδιαφέρον, κάντε κλικ εδώ

Για γρήγορη και άμεση ενημέρωση ακολουθείστε μας στο Twitter και στο Google+.

loading...