Τον καιρό του Καναλοκτόνου

Μεσαιωνικό ανάγνωσμα με τηλεοπτικές άδειες και αιμορροΐδες

ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΚΗΣ

Τω καιρώ εκείνω, εις το Θέμα της Ελλάδος υπήρχαν πλείστα ιδιωτικά κανάλια που έρεαν δίχως άδεια και κατέβαζαν χειμώνα καλοκαίρι λάσπες και ακαθαρσίες. Και ο μάγιστρος Αλέξιος ο Πρωτηφοράς, που στο παρελθόν είχε κοντέψει να πνιγεί σε ορισμένα από δαύτα, ήθελε να τα φράξει και να χαράξει άλλα που θα πνίγουν τους αντιπάλους του.

Όρισε λοιπόν ως Μέγα Καναλάρχη τον Παπά τον Δολοπλόκο, φίλο έμπιστο και γκαρδιακό. Και ένα βράδυ που ο Παπάς είχε γευματίσει αργά είδε στο ύπνον του έναν σεβάσμιο γέροντα που ερχότανε, λέει, από την πόλη της Φιρέντζας. Και είπεν ο γέροντας: «Τέσσερα τα σημεία του ορίζοντα. Τέσσερα τα πόδια του αμνού. Τέσσερα και τα κιλά που έβαλε ο Τσίπρας τον τελευταίο μήνα. Ο ιερός αριθμός είναι το Τέσσερα».

Και ο Παπάς ξύπνησε και έμπλεος δέους αναφώνησε «Εύρηκα!». Και έβγαλε νόμον ότι τα κανάλια στο εξής θα ήταν Τέσσερα, όσα και ο ιερός αριθμός. Και αφού εξασκαρτάρησε το Μεγάλο Κανάλι και τις δευτεράντζες, εμάντρωσε τους άρχοντες που ζητούσαν άδεια και τους έβαλε να παίξουν τις μουσικές καρέκλες. Όταν σταματούσε να βαρεί το ντέφι, εκείνοι έπρεπε να ποντάρουν τις περιουσίες τους.

Και νικητής στον πρώτο γύρο βγήκε ο πονηρός Αλ Αφούζ, ο κύρης του Μπογδάνου. Και στον δεύτερον ο Καλογρίτσας ο Κόκκινος που ένας Θεός γνωρίζει που βρήκε τόσο χρήμα. Ακολούθως ο υιός του Μίνωα του Τσαοαντένα (όπερ σημαίνει πως το Κωνσταντίνου και Ελένης θα συνεχιστεί στο διηνεκές). Την τέταρτη δε άδεια απέκτησε ο Βαγγέλης ο Αμόλυντος, μα του εκόστισε ίσα με τέσσερις Μήτρογλου και δύο καράβια από την Περσία. Και έμεινε εις την απόξω ο Κοντομηνάς ο κύρης του Παπανώτα. Ομοίως και οι Βαρδινογιανναίοι μα και ο Ιβάν ο Ρωσογενής που λέγεται πως είχε πάγει για να αυγατίσει τον κασέ.

Και ο Αλέξιος κάλεσε τον Παπά και του είπεν: «Ρόιδο μας τα έκαμες. Και τώρα πώς θα βλέπουμε τον Λαζόπουλο να λέγει αστεία με γριές που πορδίζουν, ώστε να γελάμε; Και πώς θα απολαμβάνει ο Καρανίκας την Μενεγάκη δια να χαλαρώνει και να κάμει την δουλειά του;»

Και εταξίδεψε φουρκισμένος στην Συμβασιλεύουσα. Και εκεί που έλεγε διάφορα κουλά περί οικονομικών, πετάχτηκε μία που δούλευε στο κανάλι του άρχοντα Κοντομηνά και είπε «γιατί μου κόβεις το ψωμί;». Και ο Αλέξιος συγχύστηκε τα μάλα, διότι ετούτα τα σπαραξικάρδια δεν θέλει να τα ακούει, παρά μόνο να τα λέγει ο ίδιος. Και του βγήκε η μαγκιά από τα μπατζάκια και άρχισε τα: «βάστα να τελειώσω, μανδάμ» και «ο τσάμπας πέθανε». Και η Όλγα η Ζεϊμπέκισα πρόσταξε να μην γίνεται διάλογος, διότι δεν γουστάρει τη φάση.

Μα πιο πολύ θύμωσε ο Πολάκης ο Ευγενικός, πράγμα παράξενο διότι συνήθως είναι με το σεις και το σας. Και κάρφωσε στους τοίχους εικονίσματα, που έδειχναν την λεγάμενη παρέα με τους Σαμαροβενιζέλους -πράγμα που εις το μυαλό του αποδείκνυε πως ήτο φίδι κολοβό. Μα παρευθύς αναρτήθηκαν και άλλα εικονίσματα με την ίδια πλάι στον Αλέξιο. Και ο Πολάκης θύμωσε ακόμη περισσότερο. Και είπε πως πρόκειται περί μαγγανείας και φωτοσόπ καραμπινάτου. Και πως όποιον διαφωνεί, θα τονε χώσει τρία μέτρα κάτω από τη γης, αφού πρώτα του αφαιρέσει τις αιμορροΐδες, δια να μάθει να σέβεται.

Και οι πολίται έτρεμαν ωσάν τα ψάρια. Και έσπευδαν με λιτανείες έξω από το παλάτιον της Δεξιάς. Διότι εκεί κατοικούσε ένα πλάσμα παντοδύναμον, ο Τσιριάκος, ο αδελφός της Θεοδώρας. Που από τα μικράτα του είχε φυλακισθεί και εξορισθεί. Μα που κατάφερε να σπουδάσει εις την Εσπερία και να γίνει μέγας και τρανός και να αποκτήσει το καλύτερο βιογραφικό της αυτοκρατορίας. Και ακολούθως νίκησε σε κονταρομαχίαν τους τρεις πανίσχυρους ιππότες της Δεξιάς, Άδωνη Βουμβούκο και Τζιτζιμπίρα τον Σαλονικέα και Μεϊμάρ τον Κιμπάρη. Και έγινε κύρης του πριγκιπάτου που άλλοτε ανήκε στη γενιά των Καραμανλήδων.

Και ο λαός προσέπεφτε στους πόδας του και έκραζε: «Τσιριάκο, σώσε μας διότι ετούτοι εδώ θα μας βατέψουν στο τέλος». Μα ο Τσιριάκος είχε άλλες προτεραιότητες: Να αφανίσει τα Εξάρχεια, την φοβερή τη ρούγα, όπου εδρεύει το Βοξ και η Ριβιέρα και κατοικεί το γένος των Μπαχάλων.

Και έντρομοι οι Εξαρχειώται εμασκαρεύονταν και φορούσαν μπλουζάκια πόλο, δια να τους περάσει ο Τσιριάκος για Κολωνακιώτες ή Βουπού και να τους αφήσει να ζήσουν. Μα ο Τσιριάκος δεν τα έτρωγε ετούτα. «Σε ένα μήνα θα έχω τελειώσει», διεμήνυσε. «Και έπειτα θα περιλάβω Παγκράτι και Πανόρμου».

Και έτσι κυλούσε ο καιρός στο Θέμα της Ελλάδος

(Συνεχίζεται)

Μοιράσου στο Google Plus
Αν βρήκατε το άρθρο ενδιαφέρον, κάντε κλικ εδώ

Για γρήγορη και άμεση ενημέρωση ακολουθείστε μας στο Twitter και στο Google+.

loading...