Ο άνθρωπος που νίκησε την τράπεζα

του Μάκη Ανδρονόπουλου

Η Κάτια κοίταξε τον άντρα της στο κρεβάτι. Κοιμόταν ανήσυχος. Ανασηκώθηκε και τσέκαρε τους πλαστικούς ορούς που κρέμονταν πάνω από το κεφάλι του και έσταζαν φάρμακα, μορφίνη… δηλητήρια. Ξανακάθισε και αναστέναξε. Είχε ακολουθήσει κατά γράμμα τις οδηγίες του και ήξερε το σχέδιό του. Κι αυτό ήταν που την τρόμαζε περισσότερο. Το μυαλό του άντρα της…

Είχε την απόλυτη πεποίθηση ότι ο καρκίνος δεν ήταν γραφτό του να τον αποκτήσει. Τον έβγαλε από τη στενοχώρια του, για το χρέος στην τράπεζα. Η αλήθεια είναι ότι το χρέος μεγάλωσε απότομα. Στο παλιό στεγαστικό φορτώθηκαν τα καταναλωτικά για να ρυθμιστούν. Καταναλωτικά αυτοί τα λέγανε. Αναπτυξιακά ήταν, αλλά άντε τώρα να πείσεις τον Άγιο Πέτρο ότι δεν είσαι για την Κόλαση. Αργότερα, όταν αναγκάστηκαν να κλείσουν την εταιρεία από τα φέσια των πελατών, μεταξύ των οποίων ήταν και ένας κρατικός οργανισμός, υποχρεώθηκαν να πάρουν πάνω τους το κεφάλαιο κίνησης που είχε η επιχείρηση και την business card. Νέα υποθήκη στο ακίνητο. Ευτυχώς που είχε ακόμη αξία. Νέα αυξημένη δόση. Τα πράγματα πήγαιναν από το κακό στο χειρότερο και έτσι ξαφνικά βρέθηκαν υπερχρεωμένοι χωρίς να έχουν κάνει καμία σπατάλη, καμία μη λογική ενέργεια. Με την επιχείρηση έδωσαν δουλειά και σε τέσσερις πέντε ανθρώπους, χώρια τους άλλους, τους εξωτερικούς συνεργάτες. Αγόρασαν πάγια, πλήρωναν φόρους, εισφορές, παρείχαν υψηλού επιπέδου υπηρεσία, όλα πήγαιναν πολύ καλά ώσπου έσκασε η κρίση, η αμερικάνικη αρχικά, η ελληνική στη συνέχεια. Η γρήγορη και αποφασιστική συρρίκνωση δεν μπόρεσε να σώσει την επιχείρηση. Εκεί στο κλείσιμο επάνω, έχασε κι ο Μανώλης τη δουλειά του και το χρέος έμεινε απλήρωτο…
***
Ήταν κόλαση! Οι τράπεζες τηλεφωνούσαν καθημερινά, απειλούσαν. Οι τόκοι υπερημερίας κάλπαζαν. Ρύθμιση στη ρύθμιση, η όποια ρευστότητα της οικογένειας στέρεψε. Τα αυτοκίνητα πουλήθηκαν, οι ανάγκες συμπιέστηκαν μέχρι εκεί που δεν πήγαινε άλλο. Η ίδια ξέχασε ότι ήταν γυναίκα. Ούτε ένα καλσόν δεν έπαιρνε. Οι προσπάθεια και των δύο ήταν να μην στερηθεί τίποτε το παιδί που ήταν στην φάση της εφηβείας. Να μην του σπάσει ο τσαμπουκάς, να μη μπει στην ηττοπάθεια. Να βγει αλώβητο απέναντι.
Ο Μανώλης θα έκανε τα πάντα. Κυνήγησε δουλειές σε εχθρούς και φίλους. Όλοι τον εκτιμούσαν, ήξεραν τη δουλειά του και το ήθος του, αλλά όλοι ήταν στο περίμενε. Να δούμε πότε θα σταματήσει η ύφεση, να δούμε τι θα κάνει η κυβέρνηση, να δούμε ποιοι νέοι φόροι θα έρθουν και βλέπουμε. Κάποια στιγμή ο Μανώλης άρχισε ηλεκτρονική αλληλογραφία με το immigration της Νέας Ζηλανδίας. Μέσα του το δούλευε. Να φύγουμε από το χτικιό. Να πουλήσουμε όσο όσο, να ξεχρεώσουμε και να πάμε σε μια νέα πατρίδα.
Ευτυχώς, στην πιο δύσκολη στιγμή βρέθηκε μια δουλειά για το Μανώλη σε ένα φίλο, που στήριξε στη δύσκολη φάση. Μαύρα μεροκάματα, γερές ανάσες επιβίωσης. Όταν τα πράγματα με τις τράπεζες έφτασαν στο απροχώρητο, γιατί ήταν και οι κάρτες, ένας άλλος φίλος –από αυτούς που δεν το περιμένεις – τον βοήθησε να γίνει ενήμερος για να ξαναρυθμίσει. Να ΄ναι καλά ο άνθρωπος.
***
Μέχρι που έχασε τη δουλειά του δεν υπήρχε πρόβλημα, ο Μανώλης πλήρωνε κανονικά. Είχε μεγάλο μισθό. Έτσι ανοιχτήκαμε. Τρέλες δεν κάναμε. Και οι κάρτες ακόμα ήταν δαπάνες για τη δουλειά.
Τότε, στις δύσκολες φάσεις, όταν ψηνόταν στην εσωτερική κόλαση του αδιεξόδου, μου έλεγε ο Μανώλης. Να θυμάσαι ότι έχει σημασία στο στεγαστικό να πληρώνουμε και την ασφάλειά του. Είχε μια ακατανόητη εμμονή σε αυτό. Είχε καταφέρει να μεταφέρει όλα τα χρέη στο στεγαστικό, για να σταματήσει ο καθημερινός βασανισμός από τα call center των τραπεζών, από τους δικηγόρους που απειλούσαν με τον Τειρεσία, με την άμεση απαίτηση όλου του δανείου, -που είχε γίνει δύο επισκευαστικά πια-, κάτι που αν συνέβαινε θα σήμαινε αυτομάτως πλειστηριασμό.
Το σκεφτόμουνα πολύ αυτό. Δεν είμαστε προσκολλημένοι στην ιδιοκτησία, ούτε εγώ, ούτε αυτός. Ήταν το πατρικό του. Είχε δανειστεί για να το ανακαινίσει γιατί ήταν πολύ παλιό. Δεν τον ένοιαζε να το χάναμε, αν επρόκειτο να ξεμπερδεύουμε με όλα. Εγώ όμως το σκεφτόμουνα. Ήταν το πατρικό του, θα ήταν άδικο να το χάσει. Και τι επίπτωση θα είχε στο παιδί η απώλεια της πατρικής εστίας; Τι επίπτωση θα είχε στον ίδιο, άσχετα αν έλεγε ότι δεν τον ένοιαζε.
Τον έβλεπε να βράζει στο ζουμί του. Είχε νικηθεί αλλά δεν το έδειχνε. Μόνο μερικά ξεσπάσματα είχε σε άσχετα θέματα. Κλεινόταν συχνά σε ένα δωμάτιο και έμενε ώρες. Είχε αποκτήσει ένα τικ και κοιμόταν άλλοτε πολύ βαθιά, άλλοτε πολύ ανήσυχα.
***
Όταν εκδηλώθηκε ο καρκίνος, ήταν σαν να τον περίμενε. Ο Μανώλης αντέδρασε ψύχραιμα. Έκανε σχεδόν αδιάφορα την εγχείρηση, έκανε τις χημειοθεραπείες, αλλά το μυαλό του ήταν αλλού. Πέρα από την εξάντληση που προκαλούσε η ασθένεια και η θεραπεία, αυτός έμοιαζε να είναι αλλού. Το μόνο που τον ένοιαζε ήταν αν έχουμε λεφτά να πληρώσουμε το δάνειο και την ασφάλειά του.
Κάποια στιγμή κατάλαβα. Ήταν νύχτα και καθόμουν στο γραφείο του σπιτιού. Εκεί είδα ανοιχτό το ντοσιέ της δανειακής σύμβασης στη ζελατίνα που είχε το συμβόλαιο ασφάλισης του δανείου. Με μια ματιά κατάλαβα. Αν πάθαινε ολική αναπηρία ή αν πέθαινε, η ασφάλεια θα κάλυπτε αυτόματα το δάνειο. Ταράχτηκα τόσο πολύ, γιατί έπιασα το νήμα της ανομολόγητης σκέψης του. Έκτοτε με πλημύρισε η καχυποψία. Τον κοίταζα άλλοτε με θαυμασμό, άλλοτε με οργή. Κάθε φορά που με ρωτούσε για το αν το δάνειο είναι τακτοποιημένο, μου ανέβαινε η πίεση και τον ρωτούσα: «τι σε νοιάζει; … είπαμε ότι μαζί θα τα αντιμετωπίσουμε όλα; … Ώρες ώρες με κάνεις να σκέφτομαι αν είσαι εδώ μαζί μου και δίνουμε τη μάχη πλάτη με πλάτη ή εσύ την έχεις εγκαταλείψει».
Χαμογελούσε και δεν απαντούσε. «Όλα θα πάνε καλά, δεν έχεις να ανησυχείς για τίποτε» έλεγε. Ήμουνα σίγουρη ότι είχε δεύτερες σκέψεις, αλλά δεν τολμούσα να του το πω στα ίσια. Το υπονοούσα συνεχώς και προσπαθούσα να εκμαιεύσω μια ξεκάθαρη διαβεβαίωσή του ότι ήθελε να ζήσει.
***
Ο Μανώλης άνοιξε τα μάτια του και με κοίταξε. Ρώτησε τι ώρα είναι και πόση ώρα κοιμόταν. Ήταν έντεκα το βράδυ. Του έβαλα να φάει. Μασούσε με δυσκολία. Έφαγε πολύ λίγο, πήγαμε τουαλέτα και ξάπλωσε πάλι. Δεν είχε διάθεση και μου είπε ότι ήθελε να κοιμηθεί. Τον τακτοποίησα, τον κοίταξα βαθιά και τον φίλησα στο μέτωπο. Πριν κλείσω την πόρτα πίσω μου με ρώτησε: «σίγουρα πλήρωσες τη δόση του χρέους και την ασφάλεια;». Έκανα ένα νεύμα, χαμογέλασα συγκαταβατικά όπως χαμογελάς σε ένα παιδί για να το καθησυχάσεις σε ένα φόβο του και έκλεισα πίσω μου την πόρτα.
***

Το επόμενο πρωί στις εφτά με ειδοποίησαν από το νοσοκομείο.
Μόλις άνοιξα την πόρτα τον αντίκρισα, κίτρινο, ακίνητο, νεκρό με ένα έντονα σαρδόνιο χαμόγελο παγωμένο στο πρόσωπό του. Ήταν το πονηρό χαμόγελο του ανθρώπου που είχε νικήσει την τράπεζα. Την τράπεζα που η θυγατρική της ασφαλιστική θα πλήρωνε το χρέος.

* Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό (δε)κατα με θέμα το ΧΡΕΟΣ (2013)
*Ο Μάκης Ανδρονόπουλος είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας. Έχει γράψει «Η Ελλάδα στο ντιβάνι – Διεργασίες ανατροπής γύρω από την ιστορία, τη γλώσσα και τα κοινωνικά στερεότυπα» (εκδ. Αλεξάνδρεια, 2011) και «Το γερμανικό σύνδρομο – Η Ελλάδα και η Ευρώπη απέναντι στη γερμανική ιδιαιτερότητα» (εκδ. Ταξιδευτής, 2013). Έχει μεταφράσει το μυθιστόρημα του Τσέχου συγγραφέα Γιαν Βάις «Το σπίτι με τα χίλια πατώματα» (Οδυσσέας, 1982).

Μοιράσου στο Google Plus
Αν βρήκατε το άρθρο ενδιαφέρον, κάντε κλικ εδώ

Για γρήγορη και άμεση ενημέρωση ακολουθείστε μας στο Twitter και στο Google+.

loading...