Όλες οι δημοσκοπήσεις δείχνουν κατάρρευση

ΝΙΚΟΣ ΦΕΛΕΚΗΣ

Επειδή δεν ξέρουμε πότε και σε ποιες συνθήκες θα γίνουν οι επόμενες εκλογές, θα ήταν λάθος να προβλέψουμε τι θα συμβεί σε αυτές.
Αν πάντως στήνονταν κάλπες αύριο, αδιαμφισβήτητος νικητής, σύμφωνα τουλάχιστον με την «παράσταση νίκης», αλλά και την περιρρέουσα ατμόσφαιρα, θα ήταν η Ν.Δ., ενδεχομένως και με διψήφια διαφορά από τον δεύτερο ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος με βάση και την τελευταία δημοσκόπηση του Πανεπιστημίου της Μακεδονίας (ΠΑΜΑΚ) εμφανίζεται να χάνει ακόμη και το μισό της δύναμής (-17,5%) που πήρε στις εκλογές του Σεπτεμβρίου 2015. Υπέρ της νίκης της Ν.Δ. συνηγορεί και το γεγονός ότι το καλό χαρτί του ΣΥΡΙΖΑ, ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας, έχει απολέσει σημαντικό κομμάτι της δημοτικότητάς του και πλέον υστερεί έναντι του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης Κυριάκου Μητσοτάκη.

Το εύρημα πάντως που οι αναλυτές θεωρούν το χειρότερο για την κυβέρνηση είναι αυτό που την εμφανίζει να έχει μόνο 15% θετικές γνώμες στο σύνολο των ψηφοφόρων. «Ποτέ καμία κυβέρνηση δεν είχε τόσο μικρό ποσοστό αποδοχής», μας λέει ένας από τους πιο γνωστούς δημοσκόπους. Και έτερος συμπληρώνει: «Με βάση τη στατιστική εμπειρία, αλλά και την πολιτική συμπεριφορά των ψηφοφόρων, όπως αυτή καταγράφεται σε όλες τις δημοσκοπήσεις των τελευταίων 25 χρόνων, θεωρείται ιδιαίτερα δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να ανατραπεί η εικόνα οριζόντιας κατάρρευσης που παρουσιάζει η κυβέρνηση. Θα πρέπει να έρθουν τα πάνω κάτω, να έχουμε θεαματική βελτίωση των κοινωνικοοικονομικών δεδομένων και ταυτοχρόνως να... αυτοκτονήσει η αξιωματική αντιπολίτευση για να μπορεί να ελπίζει ο ΣΥΡΙΖΑ ότι μπορεί να κόψει πρώτος το νήμα της εκλογικής αναμέτρησης».

Η δεύτερη αξιολόγηση

Βεβαίως, στην κυβέρνηση θεωρούν ότι ο χρόνος είναι σύμμαχός τους. «Εχουμε τουλάχιστον δύο χρόνια για να ανατρέψουμε την όντως ιδιαίτερα αρνητική εικόνα», μας λέει συνεργάτης του πρωθυπουργού και συμπληρώνει: «Τα τελευταία και όχι ιδιαίτερα δύσκολα μέτρα που έχουμε να πάρουμε είναι αυτά για τη δεύτερη αξιολόγηση. Τη διετία 2017-2018 μπορούμε να βελτιώσουμε τα πράγματα και κατ’ επέκταση και την εικόνα της κυβέρνησης μέσω της μείωσης του χρέους για την οποία έχουν δεσμευτεί οι δανειστές, των επενδύσεων που αναμένουμε, της συμμετοχής, μετά τη δεύτερη θετική, όπως ελπίζουμε, αξιολόγηση, στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, της εξόδου τον επόμενο χρόνο στις αγορές, της αύξησης σταδιακά της τραπεζικής ρευστότητας και της επιστροφής τμήματος των πλεονασμάτων που θα επιτύχουμε στις ασθενέστερες κοινωνικές κατηγορίες των συμπολιτών μας».

Ο αντίλογος από υψηλόβαθμο στέλεχος της αξιωματικής αντιπολίτευσης είναι ότι «τίποτε απ’ όλα αυτά που λέει το Μαξίμου δεν πρόκειται να συμβεί. Οι δείκτες, εξαιτίας της ανερμάτιστης και φορομπηχτικής και μόνο πολιτικής που ασκεί η κυβέρνηση, συνεχώς θα χειροτερεύουν». Μάλιστα προβλέπει ότι «τους επόμενους μήνες θα δοκιμαστεί η συνοχή της κυβέρνησης και της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας», επειδή, όπως υποστηρίζει, «κάποιοι βουλευτές που βλέπουν ότι στις επόμενες εκλογές δεν θα εκλεγούν είναι πολύ πιθανό να καταγγείλουν την κυβέρνηση και τον Τσίπρα και να επιδιώξουν την επανεκλογή τους μέσω των συνδυασμών της Ζωής Κωνσταντοπούλου και του Παναγιώτη Λαφαζάνη».

Στο σημείο αυτό να σημειώσουμε ότι η οριζόντια απίσχναση των ποσοστών του ΣΥΡΙΖΑ σημειώνεται σχεδόν ομοιόμορφα σε όλες τις κατηγορίες (κοινωνική τάξη, γεωγραφική κατανομή, μορφωτικό επίπεδο, φύλο και ηλικία) των ψηφοφόρων, ενώ οι διαρροές είναι προς δύο και μάλιστα αντίθετες κατευθύνσεις, κάτι που καθιστά δύσκολη την όποια κυβερνητική προσπάθεια να ανακτήσει τα απολεσθέντα ποσοστά. Και ο λόγος είναι ότι αυτό που θέλει η μία κατηγορία ψηφοφόρων που διαφωνεί με την κυβερνητική πολιτική είναι διαφορετικό από αυτό που επιθυμεί η άλλη.

Οι κατηγορίες των ψηφοφόρων που εγκαταλείπουν τον ΣΥΡΙΖΑ είναι δύο: αυτοί που κατευθύνονται προς τα δεξιά -κυρίως προς Ν.Δ. και ΠΑΣΟΚ- και οι αριστερόστροφοι, οι οποίοι στις επόμενες εκλογές το πιθανότερο είναι ότι θα προτιμήσουν, εάν δεν επιλέξουν την αποχή ή το λευκό και το άκυρο, να ψηφίσουν το ΚΚΕ, τη ΛΑΕ, την ΑΝΤΑΡΣΥΑ, την Πλεύση Ελευθερίας της Ζωής Κωνσταντοπούλου, ενώ υπάρχουν και κάποιοι οι οποίοι θα κατευθυνθούν προς τη Χρυσή Αυγή. Οι πρώτοι χαρακτηρίζονται από ρεαλισμό και επιθυμία εξόδου της χώρας από την κρίση εντός του ευρώ, και οι δεύτεροι επιμένουν αντιμνημονιακά. Βεβαίως, το αντιμνημονιακό μέτωπο, επειδή μετά την απόδραση του ΣΥΡΙΖΑ από αυτό δεν μπορεί να συγκροτηθεί ξανά ως πρόταση κυβερνητικής εξουσίας, είναι πολύ πιθανό στο προβλεπτό μέλλον μέσω κινητοποιήσεων και μικρής ή μεγαλύτερης έντασης εξεγέρσεων να προκαλέσει πρόσθετα προβλήματα στην κυβέρνηση, αμαυρώνοντας έτι περαιτέρω την εικόνα της.

Με τα σημερινά δεδομένα οι δημοσκόποι και οι αναλυτές υποστηρίζουν ότι «το ερώτημα δεν είναι αν ο ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να ανακάμψει, αλλά πόσο ακόμη μπορεί να αντέξει στην κυβέρνηση». Ορισμένοι διατείνονται ότι το κρίσιμο όριο για τον ΣΥΡΙΖΑ ήταν το 20%. Από τη στιγμή που αυτό το ποσοστό φαίνεται να διασπάται προς τα κάτω, είναι εξαιρετικά δύσκολο, τουλάχιστον στους επόμενους -αρκετούς- μήνες, να παρουσιάσει δημοσκοπική ανάκαμψη τέτοια που να του επιτρέπει να ελπίζει ότι μπορεί να ανατρέψει τη διαφορά που έχει εξασφαλίσει το κόμμα του Κυριάκου Μητσοτάκη.

Τα ποιοτικά χαρακτηριστικά

Κυβερνητικοί παράγοντες, που μεταξύ άλλων είναι επιφορτισμένοι και με το καθήκον να μελετούν σε βάθος τις δημοσκοπήσεις και να αναλύουν τα ποιο­τικά χαρακτηριστικά τους, αντιλέγουν ότι «η φθορά της κυβέρνησης είναι αναστρέψιμη επειδή η δυσαρέσκεια, εν πολλοίς δικαιολογημένη λόγω των μέτρων που λαμβάνονται, δεν μεταφράζεται και σε ταυτόχρονη ενίσχυση της αξιωματικής αντιπολίτευσης». Οπως λένε, «τα ποσοστά που παίρνει η Ν.Δ. στις δημοσκοπήσεις είναι αυτά που πήρε στις εκλογές του Ιανουαρίου 2015 και του Σεπτεμβρίου 2016 και με τη συσπείρωσή της στο υψηλότερο δυνατό σημείο, καθώς ξεπερνά το 80%. Αντίθετα, η συσπείρωση του ΣΥΡΙΖΑ είναι στο χαμηλότερο δυνατό ποσοστό, κάτω από 45%, ενώ αυτοί που δηλώνουν ότι θα επιλέξουν την αποχή, το άκυρο ή το λευκό φτάνουν το 24% και μόνο ένα 6% των ψηφοφόρων του -που αντιστοιχεί σε δύο (2) μονάδες του εκλογικού σώματος- δηλώνει ότι θα ψηφίσει τη Ν.Δ.». Μάλιστα, θεωρούν ότι οι ψηφοφόροι δεν τους εγκατέλειψαν οριστικά, αλλά τηρούν στάση αναμονής, κάτι που, όπως λένε, αποτυπώνεται και στη σύνθεση του 24% των ψηφοφόρων που δηλώνουν ότι στις επόμενες εκλογές είτε δεν θα πάνε να ψηφίσουν, είτε θα προτιμήσουν το λευκό ή το άκυρο. «Το 60% αυτού του 24% είναι ψηφοφόροι του ΣΥΡΙΖΑ και μόνο 12% της Ν.Δ. Επομένως η δεξαμενή από την οποία μπορεί να αντλήσει ψήφους ο Τσίπρας είναι πέντε φορές μεγαλύτερη από αυτή του Μητσοτάκη».

Περιμένουν στην αποβάθρα

Στενός συνεργάτης του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης που ασχολείται επισταμένως με την επικοινωνία και τις μετρήσεις της κοινής γνώμης αντιτείνει ότι «το προβάδισμα του Κυριάκου Μητσοτάκη έναντι του Αλέξη Τσίπρα και της Ν.Δ. έναντι του ΣΥΡΙΖΑ δεν αποτυπώνονται σε όλο τους το εύρος για λόγους που αφορούν είτε τεχνικές παραμέτρους των δημοσκοπήσεων είτε, το κυριότερο, επειδή οι αλλαγές που σημειώνονται στις μετακινήσεις μεταξύ των ψηφοφόρων των δύο μεγάλων κομμάτων που διεκδικούν τη διακυβέρνηση συνήθως αποτυπώνονται με καθυστέρηση στα ευρήματα των δημοσκοπήσεων. Οσοι κατεβαίνουν από το κυβερνητικό τρένο, και εν προκειμένω του ΣΥΡΙΖΑ, δεν επιβιβάζονται αμέσως στο επόμενο, δηλαδή της Ν.Δ., αλλά για κάποιο διάστημα παραμένουν στην αποβάθρα».
Πάντως και ανεξαρτήτως του τι υποστηρίζουν οι εκπρόσωποι των κομμάτων, υπάρχουν ορισμένα ποιοτικά στοιχεία που είναι καταλυτικά σε βάρος της κυβέρνησης και ταυτοχρόνως βάζουν πολύ ψηλά τον πήχη για την αξιωματική αντιπολίτευση.

Οι ψηφοφόροι σε ποσοστό πάνω από 80% θεωρούν λάθος τη -μνημονιακή, μην το ξεχνάμε- πολιτική που ακολουθείται και δηλώνουν δυσαρεστημένοι από την κυβέρνηση, ενώ η απαισιοδοξία επεκτείνεται παντού, καθώς μόνο το 1%, σύμφωνα με τη δημοσκόπηση του ΠΑΜΑΚ, εκτιμά πως σίγουρα θα βελτιωθούν τα οικονομικά του τους επόμενους 12 μήνες.

Σε όλες τις δημοσκοπήσεις που είχαν γίνει μέχρι και πριν το καλοκαίρι, αλλά και στην πρόσφατη του ΠΑΜΑΚ -με την αποχή, το άκυρο, το λευκό και την άρνηση απάντησης- υπάρχει ένα σημαντικό ποσοστό ψηφοφόρων που απορρίπτει το υπάρχον κομματικό σύστημα, στην πλειοψηφία του εμφορείται από «αντισυστημισμό» και επιθυμεί μια διαφορετική πορεία για τη χώρα. Σε αυτούς τους ψηφοφόρους μπορούν να ελπίζουν είτε κόμματα και ομάδες που δεν εκπροσωπούνται στο Κοινοβούλιο (ΛΑΕ, ΑΝΤΑΡΣΥΑ, Εθνική Ενότητα, Ζωή Κωνσταντοπούλου κ.ά.), είτε όσοι θελήσουν να δοκιμάσουν ξανά τις δυνάμεις τους (ΚΙΝΗΜΑ Γ. Παπανδρέου), είτε άλλοι που προβληματίζονται και σκέφτονται αν η κατάσταση στη χώρα επιδεινωθεί κι άλλο, να προχωρήσουν στην ίδρυση νέων σχημάτων.

Τέλος και σε ό,τι αφορά τα άλλα κοινοβουλευτικά κόμματα, η δημοσκόπηση του ΠΑΜΑΚ αποτύπωσε αυτό που όλοι γνωρίζουμε και από τις άλλες -και πριν το θέρος- δημοσκοπήσεις. Η Χρυσή Αυγή φαίνεται πως έχει κατοχυρώσει την τρίτη θέση και ενδεχομένως, εάν δεν βελτιωθούν τα πράγματα ή ακόμη χειρότερα εξαιτίας και του Προσφυγικού επιδεινωθούν, να πετάξει και πιο ψηλά από το 7,5%-8%.

Τα ποσοστά του ΚΚΕ συνεχίζουν να είναι σταθερά περί το 5,5%-6% και ενδεχομένως να αυξηθούν αν υπάρξει κυβερνητική κατάρρευση. Απομένει να δούμε αν το ποσοστό (5,5%) της Δημοκρατικής Συμπαράταξης θα επηρεαστεί και πόσο από τη διάλυση του αρραβώνα με το Ποτάμι. Τα κόμματα των Σταύρου Θεοδωράκη και Πάνου Καμμένου βρίσκονται στην κόψη του ξυραφιού και δεν αποκλείεται να μείνουν εκτός κοινοβουλευτικού νυμφώνος την επόμενη φορά. Το ίδιο μπορεί να συμβεί και με το κόμμα του Βασίλη Λεβέντη, την Ενωση Κεντρώων, που φαίνεται να είναι σε λίγο καλύτερη μοίρα από το Ποτάμι και τους ΑΝ.ΕΛ...

ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ
Μοιράσου στο Google Plus
Αν βρήκατε το άρθρο ενδιαφέρον, κάντε κλικ εδώ

Για γρήγορη και άμεση ενημέρωση ακολουθείστε μας στο Twitter και στο Google+.

loading...